Οι αστυνομικοί στο μικρό περιπολικό σκάφος κοίταζαν τον άνθρωπο ξαπλωμένο στο κατάστρωμα. Τα μαλλιά του ορθώνονταν σαν θάμνος. Τα γένια του ξεπροβάλλαν σε κάθε κατεύθυνση. Οι αστράγαλοί του ήταν πρησμένοι, οι καρποί του σκελετωμένοι. Δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Αρνιόταν κάθε βλεμματική επαφή και συνέχεια έκρυβε το πρόσωπό του.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Ο ναυαγός που επέζησε 133 μέρες μόνος σε σχεδία
Ήταν κάπου στα νότια Νησιά Μάρσαλ, μέσα στον Ειρηνικό Ωκεανό — ένα από τα πιο απομονωμένα σημεία του πλανήτη. Ο Salvador Alvarenga, ψαράς 36 ετών από το Ελ Σαλβαδόρ, είχε φύγει από τις ακτές του Μεξικού 14 μήνες νωρίτερα. Τώρα βρισκόταν 10.800 χιλιόμετρα μακριά. Είχε παρασυρθεί για 438 ημέρες.
— 1 —Στις 17 Νοεμβρίου 2012, ο Alvarenga ετοίμασε το σκάφος του — μια ανοιχτή βάρκα περίπου 7,5 μέτρων, χωρίς καμπίνα, χωρίς φώτα, σχεδόν αόρατη στη θάλασσα. Πάνω της: 265 λίτρα βενζίνης, 60 λίτρα νερό, 23 κιλά σαρδέλες για δόλωμα, 700 αγκίστρια, μίλια νάιλον πετονιά, μαχαίρια, κουβάδες και ένα κινητό τηλέφωνο μέσα σε πλαστική σακούλα.
Ο συνήθης συνεργάτης του, ο Ray Pérez, ακύρωσε την τελευταία στιγμή. Στη θέση του μπήκε ο Ezequiel Córdoba, ένας 22χρονος που φώναζαν «Piñata» — γνωστός στο χωριό ως αμυντικός αστέρας στην ποδοσφαιρική ομάδα. Οι δυο τους δεν είχαν μιλήσει ποτέ ξανά. Δεν είχαν δουλέψει ποτέ μαζί.
Βγήκαν στα ανοιχτά. Σε δύο μέρες, η ψαριά ήταν εξαιρετική — τόνος, μαχιμάχι, καρχαρίες, κοντά 500 κιλά φρέσκο ψάρι. Αρκετά χρήματα για μια εβδομάδα.
Ύστερα ήρθε η καταιγίδα.
— 2 —Η θάλασσα σηκώθηκε σε ύψος τριώροφου κτιρίου. Κύματα χτυπούσαν τη βάρκα από κάθε γωνία, γεμίζοντάς την νερό. Ο Córdoba, σε πανικό, αρνιόταν να αντλεί. Γαντζώθηκε στα κάγκελα, κάνοντας εμετό, κλαίγοντας.
Ο Alvarenga τον αγνόησε. Κρατούσε σφιχτά το τιμόνι, εκμεταλλευόμενος κάθε εμπειρία που είχε μαζέψει σε χρόνια ψαρέματος σε ξένα νερά. Ήταν 50 μίλια από τη στεριά.
Γύρω στις 9 το πρωί, ξεχώρισε ένα βουνό στον ορίζοντα. Δύο ώρες από τη στεριά. Τότε η μηχανή άρχισε να βήχει. Άρπαξε τον ασύρματο.
«Willy! Willy! Willy! Η μηχανή χάλασε!»
«Ηρέμησε, πες μου τις συντεταγμένες.»
«Δεν έχουμε GPS, δεν λειτουργεί.»
«Ρίξε άγκυρα.»
«Δεν έχουμε άγκυρα.»
«Ερχόμαστε να σας πάρουμε.»
«Ελάτε τώρα, μας τελειώνει εδώ πέρα.»
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που είπε σε κάποιον στη στεριά. Λίγο μετά, ο ασύρματος πέθανε. Η μηχανή σταμάτησε. Το GPS είχε ήδη χαλάσει. Βρισκόταν στην αρχή μιας πενταήμερης καταιγίδας.
Εξοργισμένος, ο Alvarenga άρπαξε ένα βαρύ ρόπαλο — αυτό που χρησιμοποιούσε για να σκοτώνει τα ψάρια — και άρχισε να χτυπάει τη χαλασμένη μηχανή. Μετά τη σειρά είχε ο ασύρματος και το GPS. Τα πέταξε στη θάλασσα. Απελπισμένη οργή.
Η μόνη ελπίδα ήταν να πετάξουν το ψάρι — 500 κιλά — για να γίνει η βάρκα πιο ελαφριά. Ένα ένα τα πέταξαν στο νερό, ενώ γύρω τους μαζεύονταν καρχαρίες.
— 3 —Χωρίς δόλωμα, χωρίς αγκίστρια, ο Alvarenga εφηύρε μια τολμηρή τεχνική. Γονάτισε στην άκρη της βάρκας, βύθισε τα χέρια του μέχρι τους ώμους στο νερό. Κρατούσε τις παλάμες ανοιχτές, λίγα εκατοστά μεταξύ τους. Όταν ένα ψάρι περνούσε ανάμεσα, τις έκλεινε απότομα, σκάβοντας τα νύχια του στα λέπια.
Πολλά ξέφευγαν. Σταδιακά όμως, μάστερεψε την τέχνη. Έπιανε ψάρια, χελώνες, ιπτάμενα ψάρια που κατά λάθος πέφτανε μέσα στη βάρκα. Ο Córdoba τα καθάριζε, τα έκοβε σε λωρίδες και τα άπλωνε στον ήλιο.
Τα πρώτα μερόνυχτα, έπιναν τα ούρα τους. Αλμυρά, αλλά τουλάχιστον κάτι υγρό. Ήπιε, ούρησε, ξαναήπιε — ένας κύκλος που νόμιζε ότι τον κρατούσε ζωντανό, αλλά στην πραγματικότητα επιτάχυνε την αφυδάτωση. Θαλασσινό νερό αρνούνταν πεισματικά να πιουν. Και τα δύο ήξεραν ότι αυτό σημαίνει θάνατο.
«Πεινούσα τόσο πολύ που έτρωγα τα νύχια μου, καταπίνοντας όλα τα κομματάκια. Άρχισα να αρπάζω μέδουσες από τη θάλασσα και τις κατάπινα ολόκληρες. Έκαιγε τον λαιμό μου, αλλά δεν ήταν και τόσο τρομερό.»
— Salvador AlvarengaΎστερα από σχεδόν 14 ημέρες, ενώ ήταν κουλουριασμένος μέσα στο αναποδογυρισμένο ψυγείο που χρησίμευε ως καταφύγιο, άκουσε έναν ήχο. Σταγόνες βροχής πάνω στο πλαστικό. Πετάχτηκε έξω ουρλιάζοντας: «Piñata! Piñata! Piñata!»
Στήσαν ένα σύστημα συλλογής νερού — έναν γκρίζο κουβά πέντε γαλονιών με το στόμιο προς τα πάνω. Σε μια ώρα, μια ίντσα νερού. Μετά δύο. Γέλασαν. Ήπιαν. Έπλυναν τα σώματά τους κάτω από τη βροχή σαν να ήταν βάφτιση.
— 4 —Δύο μήνες στη θάλασσα. Ο Alvarenga είχε μάθει να τρώει ωμά πουλιά, χελώνες, ό,τι έβρισκε. Ο Córdoba πήρε άλλο δρόμο. Αρρώστησε βαριά μετά από ωμό θαλασσοπούλι και αποφάσισε κάτι δραστικό: σταμάτησε να τρώει. Τελείως.
Κρατούσε ένα πλαστικό μπουκάλι νερού με τα δύο χέρια, αλλά δεν είχε πια τη δύναμη να το φέρει στο στόμα του. Ο Alvarenga του πρόσφερε κομματάκια πουλιού, μπουκιές χελώνας. Ο Córdoba σφίγγε τα σαγόνια.
Έκαναν μια συμφωνία. Αν ο Córdoba επιζούσε, θα πήγαινε στο Ελ Σαλβαδόρ να βρει τους γονείς του Alvarenga. Αν ο Alvarenga γλίτωνε, θα γύριζε στο Μεξικό να βρει τη μητέρα του Córdoba.
«Πες στη μητέρα μου ότι λυπάμαι που δεν πρόλαβα να αποχαιρετήσω. Και να μην του φτιάχνει άλλα ταμάλες — ας με αφήσουν, πήγα μαζί με τον Θεό.»
— Ezequiel Córdoba, λίγο πριν πεθάνει«Πεθαίνω, πεθαίνω, πάω να φύγω», είπε ένα πρωί. Η αναπνοή του ήταν τραχιά. Ο Alvarenga πήρε το μπουκάλι νερού και το ακούμπησε στα χείλη του, αλλά ο Córdoba δεν κατάπιε. Απλώθηκε. Το σώμα του σπαρταρούσε σε σύντομους σπασμούς.
«Μη με αφήνεις μόνο! Πρέπει να παλέψεις για τη ζωή σου! Τι θα κάνω εδώ μόνος;» ούρλιαξε ο Alvarenga.
Ο Córdoba δεν απάντησε. Πέθανε με τα μάτια ανοιχτά.
— 5 —Το επόμενο πρωί, ο Alvarenga κοίταξε τον Córdoba στην πλώρη. Του μίλησε. «Πώς αισθάνεσαι; Πώς κοιμήθηκες;» ρώτησε. Και μετά απάντησε ο ίδιος, μεταμορφώνοντας τη φωνή του: «Κοιμήθηκα καλά, εσύ; Πήρες πρωινό;»
Ο ευκολότερος τρόπος να αντιμετωπίσει τον χαμό του μοναδικού του συντρόφου ήταν να προσποιηθεί ότι δεν είχε πεθάνει.
Έξι μέρες μετά τον θάνατο του Córdoba, κάθονταν μαζί — ο ζωντανός κι ο νεκρός — σε μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, μέσα σε πλήρη συνομιλία. Κάποια στιγμή, σαν να ξύπνησε από ύπνωση, συνειδητοποίησε τι έκανε.
«Πρώτα του έπλυνα τα πόδια. Τα ρούχα του μου χρειάζονταν, οπότε του έβγαλα ένα σορτσάκι κι ένα φούτερ — ήταν κόκκινο, με μικρές νεκροκεφαλές. Το φόρεσα. Και μετά τον γλίστρησα στο νερό. Και καθώς τον άφηνα, λιποθύμησα.»
Όταν ξύπνησε λίγα λεπτά αργότερα, ο Alvarenga ήταν τρομοκρατημένος. «Τι μπορούσα να κάνω μόνος; Χωρίς κανέναν να μιλήσω; Γιατί πέθανε αυτός κι όχι εγώ; Εγώ τον κάλεσα να ψαρέψουμε. Τον κατηγορούσα τον εαυτό μου.»
Η θέληση για ζωή και ο φόβος της αυτοκτονίας — η μητέρα του τον είχε πείσει ότι όσοι σκοτώνονται δεν πηγαίνουν ποτέ στον παράδεισο — τον κράτησαν να αναζητεί λύσεις. Ανατολή και δύση ήταν οι ώρες που σάρωνε τον ορίζοντα. Κοντέινερ-πλοία εμφανίζονταν σαν μαύρες σιλουέτες. Μεγάλα. Αργά. Αδιάφορα.
Κάθε φορά, ο Alvarenga πεταγόταν — χοροπηδούσε, κουνούσε τα χέρια, φώναζε. Κοντά 20 πλοία πέρασαν στον ορίζοντα σε αυτούς τους μήνες. Κανένα δεν τον είδε. Κανένα δεν σταμάτησε.
Για να μη τρελαθεί, άφησε τη φαντασία του ελεύθερη. Κάθε πρωί ξεκινούσε με μια βόλτα — πέντε βήματα μπρος, πέντε βήματα πίσω, πάνω κάτω στη βάρκα — φανταζόμενος ότι περπατάει σε πόλεις, αγορές, δρόμους. Έφτιαχνε ολόκληρα γεύματα στο μυαλό του. Φαγητά που δεν είχε δοκιμάσει χρόνια. Αργότερα θα έλεγε ότι μόνος στη θάλασσα γεύτηκε τα καλύτερα γεύματα της ζωής του.
Ο παππούς του τον είχε μάθει να μετράει τον χρόνο από τις φάσεις της σελήνης. Τώρα, μόνος στον ανοιχτό ωκεανό, μέτραγε κύκλους φεγγαριού. Ένας. Δύο. Πέντε. Δέκα. Δεκαπέντε σεληνιακοί κύκλοι. Τα μαλλιά του είχαν γίνει θάμνος, τα νύχια του νύχια ζώου, το δέρμα του χάρτινο.
Ήταν πεπεισμένος ότι ο επόμενος προορισμός του ήταν ο παράδεισος.
— 7 —Πήγαινε με ένα γρήγορο ρεύμα, ήρεμα τώρα, όταν ξαφνικά ο ουρανός γέμισε πουλιά θαλασσινά. Ο Alvarenga κοίταξε. Οι μύες στον λαιμό του σφίχτηκαν. Ένα τροπικό νησί ξεπρόβαλε μέσα από την ομίχλη. Πράσινο. Τυρκουάζ νερά γύρω του. Μικρό — σαν γήπεδο ποδοσφαίρου.
Οι ψευδαισθήσεις δεν κράταγαν τόσο πολύ. Αυτό ήταν αληθινό;
Με το μαχαίρι του, έκοψε τα σχοινιά των σημαδούρων που είχε δέσει ως αυτοσχέδια θαλάσσια άγκυρα. Τολμηρή κίνηση — χωρίς τις σημαδούρες, ένα μέτριο κύμα μπορούσε να τον αναποδογυρίσει. Αλλά η ταχύτητα μέτραγε τώρα περισσότερο.
Σε μια ώρα, ήταν κοντά στην παραλία. Δέκα μέτρα από τη στεριά, βούτηξε στο νερό. Κολύμπησε «σαν χελώνα» μέχρι που ένα κύμα τον σήκωσε και τον εκτίναξε στην παραλία σαν φερτό ξύλο. Μπρούμυτα στην άμμο, κράτησε μια χούφτα σαν θησαυρό.
«Κράτησα μια χούφτα άμμο σαν να ήταν θησαυρός.»
— Salvador AlvarengaΔεν το ήξερε ακόμα, αλλά είχε ξεβραστεί στο Tile Islet, μέρος της ατόλης Ebon, στο νότιο άκρο των Νησιών Μάρσαλ. Αν δεν είχε πέσει σε εκείνο το ψήγμα γης, θα συνέχιζε βόρεια της Αυστραλίας, πιθανότατα ίσαμε τις Φιλιππίνες — άλλα 5.000 χιλιόμετρα.
— 8 —Σέρνοντας το σώμα του ανάμεσα σε φύλλα φοίνικα και τσόφλια καρύδας, βρέθηκε απέναντι από ένα μικρό σπιτάκι παραλίας. Η Emi Libokmeto και ο σύζυγός της Russel Laikidrik τον κοίταξαν. «Βλέπω αυτόν τον λευκό άντρα εκεί πέρα. Φωνάζει. Φαίνεται αδύναμος και πεινασμένος», θυμάται η Emi.
Δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Ο Alvarenga ζωγράφισε ένα σκαρίφημα — βάρκα, άνθρωπος, ακτή — και τα παράτησε. Πώς να εξηγήσεις 11.000 χιλιόμετρα παρασυρμό με ξυλάκια στην άμμο;
Τον φρόντισαν, τον τάισαν, τον ντύσανε. Ο Russel διέσχισε τη λιμνοθάλασσα μέχρι τον κεντρικό οικισμό για να φέρει βοήθεια. Μέσα σε ώρες, αστυνομία και νοσοκόμα βρίσκονταν πλάι του. Ένας Νορβηγός ανθρωπολόγος που ήταν εκεί ενημέρωσε το τοπικό Marshall Islands Journal.
Η φωτογραφία του γενειοφόρου ψαρά που σέρνονταν στη στεριά έγινε viral. Για λίγο, ο Alvarenga ήταν παγκόσμια είδηση. Οι αρχές επιβεβαίωσαν τον αριθμό μητρώου της βάρκας — ίδιος με εκείνη που είχε φύγει από το Μεξικό στις 17 Νοεμβρίου 2012. Ωκεανογράφοι, η ακτοφυλακή των ΗΠΑ, πρώην Navy Seals — όλοι επιβεβαίωσαν ότι η κατεύθυνση ήταν συμβατή με γνωστά θαλάσσια ρεύματα.
— 9 —Διαγνώστηκε με αναιμία. Οι γιατροί υποψιάστηκαν ότι η διατροφή του — χρόνια ωμές χελώνες και ωμά πουλιά — είχε μολύνει το συκώτι του με παράσιτα. Ο ίδιος φοβόταν ότι τα παράσιτα θα ανέβαιναν ως τον εγκέφαλό του.
Μετά από 11 μέρες στο νοσοκομείο, γύρισε στο Ελ Σαλβαδόρ. Εκεί κράτησε την υπόσχεσή του: ταξίδεψε στο Μεξικό για να βρει τη μητέρα του Córdoba, την Ana Rosa. Κάθισε μαζί της δύο ώρες. Της είπε τα πάντα.
Η στεριά δεν ήταν η σωτηρία που περίμενε. Είχε αναπτύξει βαθύ φόβο για τον ωκεανό — αλλά ακόμα κι η θέα νερού τον τρόμαζε. Κοιμόταν με αναμμένα φώτα. Χρειαζόταν κάποιον δίπλα του συνεχώς. Ο βαθύς ύπνος ήταν αδύνατος.
Πέρασε ένας χρόνος μέχρι να σηκωθεί η ομίχλη. Μέχρι να κοιτάξει τον χάρτη, να δει την απίστευτη γραμμή που χάραξε μέσα στον Ειρηνικό, και να αρχίσει να καταλαβαίνει τι ακριβώς είχε κάνει.
«Υπέστην πείνα, δίψα και μια ακραία μοναξιά — και δεν αφαίρεσα τη ζωή μου. Μόνο μία ευκαιρία παίρνεις — εκτίμησέ την.»
— Salvador Alvarenga438 ημέρες. 10.800 χιλιόμετρα. Ένας ωκεανός. Ένας νεκρός. Και ένας άνθρωπος που αρνήθηκε να πεθάνει — όχι από ηρωισμό, αλλά επειδή η μητέρα του τον είχε πείσει ότι η αυτοκτονία σε κρατάει έξω από τον παράδεισο.
