Στις 4 Δεκεμβρίου 1872, κάπου στη μέση του Ατλαντικού μεταξύ Αζορών και Πορτογαλίας, ο πλοίαρχος David Morehouse του καναδικού πλοίου Dei Gratia παρατήρησε κάτι περίεργο στον ορίζοντα. Ένα πλοίο πλησίαζε ασταθές, τα πανιά του σε παράξενες γωνίες, χωρίς κανέναν ορατό στο κατάστρωμα. Δεν ανταποκρίθηκε σε κανένα σήμα.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Πτήση 19: 5 αεροπλάνα χάθηκαν στο Τρίγωνο Βερμούδων
Ο Morehouse έστειλε τον πρώτο αξιωματικό Oliver Deveau και τον δεύτερο αξιωματικό John Wright να ερευνήσουν. Αυτό που βρήκαν πάνω στο πλοίο Mary Celeste θα γινόταν το μεγαλύτερο θαλάσσιο μυστήριο όλων των εποχών: ένα πλοίο σε πλήρη λειτουργία, με φαγητό στην κουζίνα, προσωπικά αντικείμενα στη θέση τους, το φορτίο ανέγγιχτο — αλλά χωρίς κανέναν πάνω του. Δέκα ψυχές είχαν εξαφανιστεί σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Η ιστορία ξεκινά στη Νέα Υόρκη, τον Οκτώβριο του 1872. Ο Benjamin Spooner Briggs, 37 ετών, ήταν ένας έμπειρος και σεβαστός πλοίαρχος. Γεννημένος στο Wareham της Μασαχουσέτης, ανήκε σε οικογένεια θαλασσινών — ο πατέρας του ήταν καπετάνιος και τέσσερα από τα πέντε αδέρφια του πήγαν στη θάλασσα. Ήταν βαθιά θρησκευόμενος χριστιανός, διάβαζε τακτικά τη Βίβλο και συμμετείχε σε συναντήσεις προσευχής.
Το 1862 παντρεύτηκε την ξαδέρφη του Sarah Elizabeth Cobb και πέρασαν τον μήνα του μέλιτος σε πλοίο — τη σχούνα Forest King στη Μεσόγειο. Είχαν δύο παιδιά: τον Arthur, γεννημένο το 1865, και τη Sophia Matilda, γεννημένη τον Οκτώβριο του 1870.
Για αυτό το ταξίδι στη Γένοβα, ο Briggs αποφάσισε να πάρει μαζί του τη γυναίκα του και τη μικρή Sophia, μόλις δύο ετών. Ο Arthur, σχολικής ηλικίας πλέον, θα έμενε σπίτι με τη γιαγιά του. Σε ένα γράμμα στη μητέρα του λίγο πριν τον απόπλου, ο Briggs έγραφε ενθουσιασμένος: «Το πλοίο μας είναι σε υπέροχη κατάσταση και ελπίζω να κάνουμε ένα ωραίο ταξίδι.»
Το πλήρωμα περιλάμβανε τον πρώτο αξιωματικό Albert Richardson (παντρεμένο με ανιψιά του εφοπλιστή Winchester), τον δεύτερο αξιωματικό Andrew Gilling, τον σερβιτόρο Edward William Head — νεόνυμφο κι αυτόν — και τέσσερις Γερμανούς ναύτες από τα Φρισικά Νησιά: τους αδερφούς Volkert και Boz Lorenzen, τον Arian Martens και τον Gottlieb Goudschaal. Ένα μεταγενέστερο πιστοποιητικό τους χαρακτήριζε «ειρηνικούς και πρωτοκλασάτους ναύτες».
Στις 20 Οκτωβρίου 1872, ο Briggs έφτασε στην Αποβάθρα 50 στο East River της Νέας Υόρκης για να εποπτεύσει τη φόρτωση: 1.701 βαρέλια αλκοόλης, προορισμένα για τη Γένοβα. Η γυναίκα και η κόρη του τον ακολούθησαν μια εβδομάδα αργότερα.
Το πρωί της Τρίτης, 5 Νοεμβρίου, το Mary Celeste σήκωσε άγκυρα και κατευθύνθηκε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Ο καιρός δεν ήταν ιδανικός κι ο Briggs αποφάσισε να περιμένει αγκυροβολημένος κοντά στο Staten Island. Η Sarah χρησιμοποίησε αυτή την καθυστέρηση για ένα τελευταίο γράμμα στην πεθερά της: «Πες στον Arthur ότι βασίζομαι πολύ στα γράμματα που θα λάβω από αυτόν, και θα προσπαθήσω να θυμηθώ οτιδήποτε συμβεί στο ταξίδι που θα τον χαροποιούσε να ακούσει.»
Δύο μέρες αργότερα ο καιρός βελτιώθηκε, και το Mary Celeste βγήκε στον Ατλαντικό. Ήταν η τελευταία φορά που κάποιος είδε ζωντανή ψυχή πάνω σε αυτό το πλοίο.
Ήταν κατά τη 1 το μεσημέρι της 4ης Δεκεμβρίου 1872 όταν ο πλοίαρχος Morehouse ανέβηκε στο κατάστρωμα του Dei Gratia. Βρίσκονταν περίπου στα μισά της διαδρομής μεταξύ Αζορών και Πορτογαλίας. Ο τιμονιέρης ανέφερε ένα πλοίο που πλησίαζε σε απόσταση περίπου έξι μιλίων — αλλά κινούνταν... παράξενα. Αλλοπρόσαλλα. Τα πανιά του ήταν σε λάθος θέση.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η ιστορία της φωτογραφίας: όταν ο χρόνος έμαθε να παγώνει
Κανείς δεν φαινόταν στο κατάστρωμα. Κανένα σήμα δεν απαντήθηκε. Ο Morehouse έστειλε τον Deveau και τον Wright με μια βάρκα. Αναγνώρισαν το όνομα στην πρύμνη — Mary Celeste — και ανέβηκαν πάνω. Αυτό που αντίκρισαν τους πάγωσε.
Το πλοίο ήταν έρημο. Τα πανιά ήταν εν μέρει στημένα αλλά σε κακή κατάσταση, μερικά είχαν εξαφανιστεί. Σχοινιά κρέμονταν χαλαρά πάνω από τα πλευρά. Το κύριο στόμιο ήταν ασφαλισμένο, αλλά το πρωραίο και το πίσω στόμιο ήταν ανοιχτά, τα καπάκια τους ακουμπισμένα δίπλα στο κατάστρωμα. Η μοναδική λέμβος — ένα μικρό σκάφος τύπου yawl — είχε προφανώς αποθηκευτεί πάνω στο κεντρικό στόμιο, αλλά είχε εξαφανιστεί.
Η πυξίδα στο binnacle είχε μετακινηθεί κι ο γυάλινος θάλαμός της ήταν σπασμένος. Υπήρχαν περίπου τριάμισι πόδια νερού στο αμπάρι — σημαντικό αλλά όχι ανησυχητικό για πλοίο αυτού του μεγέθους. Ένα αυτοσχέδιο βυθόμετρο βρέθηκε εγκαταλελειμμένο στο κατάστρωμα.
Ο Deveau εξερεύνησε τις καμπίνες. Ήταν υγρές κι ακατάστατες από νερό που είχε μπει από θύρες και φεγγίτες — άλλα κατά τα λοιπά σε λογική τάξη. Στην καμπίνα του πλοιάρχου βρήκε προσωπικά αντικείμενα σκορπισμένα, μεταξύ των οποίων ένα σπαθί μέσα στη θήκη του κάτω από το κρεβάτι. Ο εξοπλισμός της κουζίνας ήταν τακτοποιημένος στη θέση του. Δεν υπήρχε φαγητό μαγειρεμένο ή υπό μαγείρεμα, αλλά τα αποθέματα τροφίμων ήταν επαρκή.
Τα πιο αινιγματικά στοιχεία ήταν αυτά που έλειπαν. Τα ναυτικά όργανα του πλοιάρχου — χρονόμετρο, εξάντας — δεν βρέθηκαν. Τα περισσότερα χαρτιά του πλοίου επίσης. Αυτό σήμαινε ότι ο Briggs πήρε τα όργανα πλοήγησης μαζί του στη λέμβο — σχεδίαζε, δηλαδή, να πλοηγηθεί κάπου. Δεν ήταν πανικός τυφλός. Ήταν μια σκόπιμη απόφαση.
Δεν υπήρχαν ίχνη φωτιάς ή βίας. Κανένα αίμα, κανένα σημάδι πάλης. Η εικόνα ήταν αυτή μιας οργανωμένης εγκατάλειψης — μιας πληρωματικής απόφασης να αφήσουν ένα πλοίο που μπορούσε μια χαρά να πλεύσει. Ίσως η πιο ανατριχιαστική λεπτομέρεια: ένα μπουκαλάκι λάδι ραπτομηχανής βρέθηκε ακόμα όρθιο στη θέση του — σημάδι πως το πλοίο δεν είχε περάσει μέσα από σφοδρή θαλασσοταραχή.
Ο Morehouse αποφάσισε να ρυμουλκήσει το Mary Celeste στο Γιβραλτάρ, 600 ναυτικά μίλια μακριά. Σύμφωνα με το ναυτικό δίκαιο, ο διασώστης ενός πλοίου δικαιούνταν μερίδιο από την αξία του πλοίου και του φορτίου. Μοίρασε τo οκταμελές πλήρωμά του στα δύο πλοία — τρεις στο Mary Celeste, πέντε στο Dei Gratia — και μετά από ένα αργό ταξίδι με κακοκαιρία, έφτασαν στο Γιβραλτάρ στις 12-13 Δεκεμβρίου.
Εκεί ξεκίνησαν οι ακροαματικές διαδικασίες στις 17 Δεκεμβρίου, υπό τον αρχιδικαστή Sir James Cochrane. Ο Γενικός Εισαγγελέας Frederick Solly-Flood — ένας άνθρωπος που «μόλις αποφάσιζε κάτι, δεν μετακινούνταν», όπως τον περιέγραψε ένας ιστορικός — πείστηκε αμέσως πως είχε διαπραχθεί έγκλημα.
Διέταξε εξέταση του πλοίου. Ο επιθεωρητής John Austin βρήκε κοψίματα στα δύο πλευρά της πλώρης — σαν από αιχμηρό αντικείμενο — και πιθανά ίχνη αίματος στο σπαθί του πλοιάρχου. Μια ομάδα αξιωματικών του Βασιλικού Ναυτικού ενίσχυσε τις υποψίες, αναφέροντας λεκέδες σε μια κουπαστή και ένα βαθύ σημάδι σαν από τσεκούρι.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η ιστορία της ιδιωτικότητας: πώς μάθαμε να ζούμε χωρίς αυτήν
Ο Flood ανέπτυξε τη θεωρία του: το πλήρωμα — «ξένοι» κυρίως — είχε πιει από το αλκοόλ του φορτίου και σε κατάσταση μέθης δολοφόνησε τον Briggs, τη γυναίκα του, το παιδί και τους αξιωματικούς. Έκοψαν την πλώρη για να μοιάζει με σύγκρουση και δραπέτευσαν με τη λέμβο.
Η θεωρία κατέρρευσε. Η εργαστηριακή ανάλυση απέδειξε ότι οι λεκέδες στο σπαθί δεν ήταν αίμα. Ένας αξιωματικός του αμερικανικού ναυτικού δήλωσε ότι τα κοψίματα στην πλώρη ήταν φυσική φθορά από τη θάλασσα. Η δίκη έληξε στις 25 Φεβρουαρίου 1873 χωρίς ικανοποιητική απάντηση. Ο Morehouse έλαβε μόλις 1.700 λίρες — περίπου το ένα πέμπτο της αξίας πλοίου και φορτίου. Πολύ λιγότερα από ό,τι περίμενε.
Το μυστήριο γέννησε δεκάδες θεωρίες, από τις λογικές μέχρι τις εξωφρενικές. Ας δούμε τις πιο σημαντικές:
Η θεωρία της έκρηξης αναθυμιάσεων. Αυτή θεωρείται σήμερα η πιθανότερη εξήγηση. Το φορτίο ήταν 1.701 βαρέλια αλκοόλης, η οποία εκλύει εκρηκτικά αέρια. Βρομερούς ήχους και μικρές εκρήξεις από το αμπάρι ήταν σύνηθες φαινόμενο. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, μια εντονότερη έκρηξη — αρκετή για να εκτοξεύσει τα καπάκια του αμπαριού — τρόμαξε τον Briggs αρκετά ώστε να διατάξει άμεση εγκατάλειψη. Στον πανικό, μπήκαν στη λέμβο αλλά δεν πρόλαβαν να δέσουν σωστά — ή ο αέρας σήκωσε τα πανιά και το πλοίο ξέφυγε, αφήνοντας τους πίσω στη θάλασσα.
Το 2006, ο χημικός Andrea Sella του University College London πραγματοποίησε ένα πείραμα για τηλεοπτική εκπομπή. Κατασκεύασε ένα μοντέλο του αμπαριού και δημιούργησε μια έκρηξη με αέριο βουτάνιο. Το αποτέλεσμα: μια εντυπωσιακή μπάλα φωτιάς αλλά χωρίς καμία ζημιά — κανένα κάψιμο, καμία αιθάλη. «Δημιουργήσαμε ένα κύμα πίεσης», δήλωσε. «Ο αέρας πίσω από τη φλόγα ήταν σχετικά δροσερός.» Αυτό εξηγούσε γιατί δεν υπήρχαν ίχνη φωτιάς στο Mary Celeste.
Η θεωρία του υδροστρόβιλου. Ένας ισχυρός υδροστρόβιλος (waterspout) θα μπορούσε να εξηγήσει το νερό στο αμπάρι και την κακή κατάσταση των πανιών. Η χαμηλή βαρομετρική πίεση θα μπορούσε να σπρώξει νερό από τα σεντίνα εμφανίζοντας ψεύτικες μετρήσεις — κάνοντας τον Briggs να πιστέψει πως το πλοίο βουλιάζει.
Πειρατεία; Παρόλο που Ριφιανοί πειρατές δρούσαν στα ανοιχτά του Μαρόκου εκείνη την εποχή, οι πειρατές θα είχαν λεηλατήσει το πλοίο. Αλλά τα πολύτιμα προσωπικά αντικείμενα ήταν ανέγγιχτα.
Συνωμοσία; Κάποιοι θεώρησαν ότι ο Briggs και ο Morehouse ήταν συνεργοί — σχεδίασαν μαζί τη δήθεν εγκατάλειψη για να μοιραστούν τα χρήματα διάσωσης. Ο ιστορικός Brian Hicks απαντά: «Αν σχεδίαζαν κάτι τέτοιο, δεν θα είχαν δημιουργήσει ένα τόσο εντυπωσιακό μυστήριο.» Και γιατί ο Briggs θα εγκατέλειπε τον γιο του Arthur αν σκόπευε να εξαφανιστεί;
Μετά τη δίκη, το Mary Celeste επέστρεψε στη θάλασσα — αλλά η φήμη του ως «καταραμένο» πλοίο το ακολουθούσε. «Σάπιζε σε αποβάθρες όπου κανείς δεν το ήθελε», γράφει ο Macdonald Hastings. Πουλήθηκε με ζημία τον Φεβρουάριο του 1874. Στα επόμενα χρόνια, ταξίδεψε κυρίως σε Καραϊβική και Ινδικό Ωκεανό, χάνοντας συστηματικά χρήματα.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Από Edison στο Spotify: η ιστορία της μουσικής ακρόασης
Τον Φεβρουάριο του 1879, στο νησί της Αγίας Ελένης, ο πλοίαρχος Edgar Tuthill αρρώστησε και πέθανε — ο τρίτος καπετάνιος του πλοίου που πέθαινε πρόωρα, τροφοδοτώντας τον μύθο της κατάρας.
Το τέλος ήρθε τον Ιανουάριο του 1885. Ο τελευταίος πλοίαρχος, Gilman C. Parker, είχε σχεδιάσει μια κλασική ασφαλιστική απάτη. Γέμισε το πλοίο με σχεδόν άχρηστο φορτίο, δηλωμένο ψευδώς ως πολύτιμα αγαθά και ασφαλισμένο για 30.000 δολάρια. Στις 3 Ιανουαρίου, οδήγησε σκόπιμα το Mary Celeste πάνω στον ύφαλο Rochelois κοντά στην Αϊτή, σκίζοντας την καρίνα. Αυτός κι η μοίρα του: δικάστηκε αλλά γλίτωσε. Πέθανε άπορος τρεις μήνες αργότερα. Ένας συγκατηγορούμενος τρελάθηκε. Ένας άλλος αυτοκτόνησε.
Αν η αλήθεια ήταν μυστηριώδης, η μυθοπλασία την έκανε τρομακτική. Η εφημερίδα Los Angeles Times ξαναγράφει την ιστορία το 1883 με εφευρημένες λεπτομέρειες: «Κάθε πανί ήταν στημένο, το τιμόνι ήταν δεμένο, δεν υπήρχε σχοινί εκτός θέσης... Η φωτιά έκαιγε στην κουζίνα. Το δείπνο ήταν σερβιρισμένο, ακόμα ζεστό.» Τίποτα από αυτά δεν ήταν αλήθεια — αλλά αυτή η εκδοχή κόλλησε στη λαϊκή φαντασία.
Ο Arthur Conan Doyle — τότε 25χρονος χειρουργός πλοίου, πολύ πριν τον Σέρλοκ Χολμς — δημοσίευσε το 1884 ένα διήγημα βασισμένο στην υπόθεση. Ήταν αυτός που μετονόμασε το πλοίο σε «Marie Celeste» (αντί Mary), ένα λάθος που επικράτησε στην καθημερινή γλώσσα μέχρι σήμερα. Η ιστορία του περιέγραφε μια φανατική συνωμοσία δολοφονίας — καθαρή μυθοπλασία, αλλά ο αμερικανός πρόξενος στο Γιβραλτάρ έστειλε επίσημο ερώτημα αν κάποιο μέρος της ήταν αληθινό.
Το Chambers's Journal πρότεινε το 1904 ότι ένα γιγάντιο χταπόδι άρπαξε τους επιβάτες έναν-έναν. Μια αστρολογική εφημερίδα συνέδεσε την υπόθεση με την Πυραμίδα της Γκίζας, τη χαμένη Ατλαντίδα και το Τρίγωνο των Βερμούδων — παρόλο που το πλοίο εγκαταλείφθηκε σε εντελώς διαφορετικό σημείο του Ατλαντικού. Άλλοι μίλησαν για εξωγήινους.
Πάνω από 150 χρόνια αργότερα, κανείς δεν ξέρει τι συνέβη πραγματικά στο Mary Celeste εκείνες τις εννέα ημέρες μεταξύ 25 Νοεμβρίου και 4 Δεκεμβρίου 1872. Ο Benjamin Briggs, η Sarah, η μικρή Sophia και τα επτά μέλη του πληρώματος δεν βρέθηκαν ποτέ. Η λέμβος δεν βρέθηκε ποτέ. Καμία γωνιά θάλασσας, κανένα νησί, κανένα αρχείο δεν πρόδωσε ποτέ την τύχη τους.
Η πιθανότερη εξήγηση παραμένει η πιο τραγική: μια στιγμιαία κρίση — ίσως αναθυμιάσεις αλκοόλ, ίσως ένας ύπουλος ήχος από το αμπάρι — ώθησε έναν έμπειρο πλοίαρχο να πάρει μια απόφαση από την οποία δεν υπήρχε επιστροφή. Στη βιασύνη τους, δεν έδεσαν σωστά τη λέμβο στο πλοίο. Ο αέρας σήκωσε τα πανιά. Το Mary Celeste ξεγλίστρησε. Και δέκα άνθρωποι — μαζί με ένα μωρό — έμειναν σε ένα μικρό σκαφάκι στη μέση του Ατλαντικού, βλέποντας το πλοίο τους να απομακρύνεται.
Το Mary Celeste δεν ήταν το πρώτο πλοίο-φάντασμα στην ιστορία. Αλλά ήταν αυτό που άφησε το πιο ανεξίτηλο σημάδι. Το 1955, το MV Joyita εξαφανίστηκε στον Νότιο Ειρηνικό με 25 ανθρώπους — βρέθηκε ένα μήνα αργότερα, έρημο. Ο ιστορικός David Wright το χαρακτήρισε «θαλάσσιο μυστήριο διαστάσεων Mary Celeste». Γιατί αυτό είναι πια: ένα μέτρο σύγκρισης. Κάθε εγκαταλελειμμένο πλοίο, κάθε ανεξήγητη εξαφάνιση, μετριέται με τη σκιά ενός brigantine 282 τόνων που κάποτε πέρασε σαν φάντασμα μέσα στον Ατλαντικό, με τα πανιά στραβά και κανέναν στο τιμόνι.
