← Επιστροφή στην κατηγορία Ιστορίες Stanford Prison Experiment - φοιτητές ως φρουροί και κρατούμενοι στο διάσημο ψυχολογικό πείραμα
📚 Ιστορίες: Ψυχολογία

Stanford Prison Experiment: Πώς φοιτητές έγιναν σαδιστές φρουροί σε 6 μέρες

📅 10 Φεβρουαρίου 2026 ⏱️ 21 λεπτά
🎧 Ακούστε το άρθρο «Το πείραμα που απέδειξε πόσο εύκολα υπακούμε εντολές» σαν podcast
~21 λεπτά ακρόασης
0:00 0:00
Το Πείραμα που Απέδειξε Πόσο Εύκολα Υπακούμε Εντολές
Yale, 1961 — Η μέρα που η επιστήμη αποκάλυψε τα σκοτεινότερα μυστικά της ανθρώπινης υπακοής
greverse.com
Πρόλογος
Τετρακόσια πενήντα βολτ
Η αγγελία στην εφημερίδα του New Haven ήταν αθώα. «Ζητούνται εθελοντές για μια μελέτη μνήμης και μάθησης στο Πανεπιστήμιο Yale. Αμοιβή: 4 δολάρια.» Κανένας από τους ανθρώπους που θα απαντούσαν σε αυτή την αγγελία δεν φανταζόταν ότι θα συμμετείχε σε ένα από τα πιο σοκαριστικά πειράματα στην ιστορία της ψυχολογίας — ένα πείραμα που θα αποκάλυπτε μια αλήθεια τόσο ανησυχητική, που θα άλλαζε για πάντα τον τρόπο που βλέπουμε τους εαυτούς μας.
Ήταν Αύγουστος του 1961. Τρεις μήνες νωρίτερα, στην Ιερουσαλήμ, είχε ξεκινήσει η δίκη του Άντολφ Άιχμαν — του γραφειοκράτη που οργάνωσε τη μεταφορά εκατομμυρίων Εβραίων στα στρατόπεδα θανάτου. Η υπεράσπισή του ήταν απλή και παγερή: «Απλώς ακολουθούσα εντολές.» Ένας νεαρός ψυχολόγος στο Yale, ο Στάνλεϊ Μίλγκραμ, αποφάσισε να ελέγξει αν αυτή η δικαιολογία ήταν αληθινή — αν κανονικοί, συνηθισμένοι άνθρωποι μπορούσαν πράγματι να βασανίσουν έναν ξένο, μόνο και μόνο επειδή κάποιος με εξουσία τους το ζήτησε.
Η απάντηση θα ήταν πολύ χειρότερη από ό,τι οποιοσδήποτε περίμενε.
❧ ❧ ❧
Κεφάλαιο 1
Ο ψυχολόγος που σόκαρε τον κόσμο
Ο Στάνλεϊ Μίλγκραμ γεννήθηκε το 1933 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, σε μια οικογένεια Εβραίων μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη. Μεγάλωσε στη σκιά του Ολοκαυτώματος — πολλοί συγγενείς του ζούσαν στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το ερώτημα που τον στοίχειωνε ήταν βαθιά προσωπικό: πώς μπόρεσαν εκατομμύρια ανθρώπων να συμμετάσχουν σε μια τόσο μαζική θηριωδία; Ήταν οι Γερμανοί κάτι «διαφορετικό», ή θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε;
Μετά τις σπουδές του στο Harvard, όπου συνεργάστηκε με τον Solomon Asch — γνωστό για τα πειράματα συμμόρφωσης —, ο Μίλγκραμ ανέλαβε θέση στο Yale. Εκεί σχεδίασε ένα πείραμα που αρχικά σκόπευε να εφαρμόσει πρώτα σε Αμερικανούς ως «ομάδα ελέγχου» και μετά σε Γερμανούς, αναμένοντας ότι οι τελευταίοι θα δείξουν πολύ μεγαλύτερη υπακοή. Ποτέ δεν χρειάστηκε να πάει στη Γερμανία. Τα αποτελέσματα από τους Αμερικανούς ήταν αρκετά σοκαριστικά.
«Πριν διεξάγω το πείραμα, ρώτησα δεκατέσσερις καθηγητές ψυχολογίας στο Yale να προβλέψουν τι θα συνέβαινε. Όλοι πίστευαν ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία — 1 έως 3 στους 100 — θα πήγαινε μέχρι τέλους.» — Στάνλεϊ Μίλγκραμ
Σαράντα ψυχίατροι από μια ιατρική σχολή ρωτήθηκαν επίσης. Προέβλεψαν ότι στα 300 βολτ, όταν το «θύμα» θα αρνούνταν να απαντήσει, μόνο το 3,73% θα συνέχιζε. Και πίστευαν ότι «λίγο πάνω από ένα δέκατο τοις εκατό» θα έφτανε στο μέγιστο σοκ. Η πραγματικότητα θα τους διέψευδε κατά τρόπο τρομακτικό.
❧ ❧ ❧
Κεφάλαιο 2
Η μηχανή των ηλεκτροσόκ
Τρία πρόσωπα συμμετείχαν σε κάθε συνεδρία. Ο «πειραματιστής» — ένας αυστηρός άνδρας με λευκή ποδιά, που αντιπροσώπευε την εξουσία. Ο «δάσκαλος» — ο πραγματικός συμμετέχων, ένας κανονικός πολίτης που πίστευε ότι βοηθούσε σε μια μελέτη μνήμης. Και ο «μαθητής» — ένας ηθοποιός, που το θύμα δεν γνώριζε ότι ήταν ηθοποιός.
Ο δάσκαλος και ο μαθητής τραβούσαν κλήρο για τους ρόλους τους. Αλλά ο κλήρος ήταν στημένος — και τα δύο χαρτάκια έγραφαν «δάσκαλος». Ο ηθοποιός πάντα «τραβούσε» τον ρόλο του μαθητή. Στη συνέχεια, ο μαθητής δενόταν σε μια καρέκλα σε ένα διπλανό δωμάτιο, συνδεδεμένος με ηλεκτρόδια — ψεύτικα, αλλά ο δάσκαλος δεν το γνώριζε.
Πριν ξεκινήσει, ο δάσκαλος δεχόταν ένα δοκιμαστικό ηλεκτροσόκ 45 βολτ — αυτό ήταν αληθινό — ώστε να «νιώσει» τι θα βίωνε υποτίθεται ο μαθητής. Ήταν μια πονεμένη δαγκωνιά ηλεκτρισμού. Αρκετή ώστε ο δάσκαλος να πιστέψει ότι ο μαθητής πραγματικά πονούσε.
Η γεννήτρια σοκ είχε 30 διακόπτες, από 15 έως 450 βολτ, σε βήματα των 15 βολτ. Πάνω σε κάθε ομάδα διακοπτών υπήρχαν ετικέτες: «Ελαφρύ Σοκ», «Μέτριο Σοκ», «Ισχυρό Σοκ», «Πολύ Ισχυρό Σοκ», «Σοκ Εντόνου Πόνου», «Σοκ Ακραίου Πόνου», «Κίνδυνος: Σοβαρό Σοκ», και τέλος, δύο κόκκινοι διακόπτες σημειωμένοι απλώς «ΧΧΧ».
Σημείωση: Η μηχανή ηλεκτροσόκ ήταν εντελώς ψεύτικη. Κανένα πραγματικό σοκ δεν χορηγούνταν ποτέ. Ο μαθητής αντιδρούσε με προηχογραφημένους ήχους πόνου, χτυπήματα στον τοίχο και κραυγές, που ενεργοποιούνταν αυτόματα ανάλογα με το «επίπεδο» σοκ.
Η διαδικασία ήταν απλή. Ο δάσκαλος διάβαζε ζεύγη λέξεων στον μαθητή. Στη συνέχεια ρωτούσε τη σωστή αντιστοίχιση. Κάθε λάθος απάντηση σήμαινε ένα σοκ. Και κάθε επόμενο σοκ ήταν 15 βολτ ισχυρότερο από το προηγούμενο. Στα 75 βολτ, ο μαθητής βόγκαγε. Στα 120, φώναζε ότι πονούσε. Στα 150, ικέτευε να σταματήσουν. Στα 300, αρνούνταν να απαντήσει και χτυπούσε τον τοίχο.
Στα 330 βολτ — σιωπή. Απόλυτη, παγωμένη σιωπή. Για τον δάσκαλο, αυτό μπορούσε να σήμαινε μόνο ένα πράγμα: κάτι πολύ κακό είχε συμβεί στο διπλανό δωμάτιο.
❧ ❧ ❧
Κεφάλαιο 3
Εξήντα πέντε τοις εκατό
Όταν ο δάσκαλος ήθελε να σταματήσει — και σχεδόν όλοι ήθελαν σε κάποιο σημείο — ο πειραματιστής χρησιμοποιούσε τέσσερις διαδοχικές «ωθήσεις»:
«1. Παρακαλώ συνεχίστε.
2. Το πείραμα απαιτεί να συνεχίσετε.
3. Είναι απολύτως απαραίτητο να συνεχίσετε.
4. Δεν έχετε άλλη επιλογή — πρέπει να συνεχίσετε.» — Οι τέσσερις «ωθήσεις» του πειράματος Μίλγκραμ
Τα αποτελέσματα ήταν καταλυτικά. Κάθε συμμετέχων — κάθε ένας, χωρίς εξαίρεση — συνέχισε μέχρι τα 300 βολτ. Το σημείο όπου ο μαθητής είχε ήδη ουρλιάξει από πόνο, παρακαλέσει για ελευθερία, και αρνηθεί να συμμετάσχει. Και το 65% — 26 από τους 40 — πήγε μέχρι τέλους. Μέχρι τα 450 βολτ. Μέχρι τον τελευταίο, κόκκινο διακόπτη «ΧΧΧ» — και μάλιστα τον πάτησε τρεις φορές στη σειρά, όπως απαιτούσε το πρωτόκολλο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τους ήταν εύκολο. Οι συμμετέχοντες ίδρωναν, έτρεμαν, τραύλιζαν, δάγκωναν τα χείλη τους, βόγκαγαν, χώνοντα τα νύχια τους στο δέρμα τους. Δεκατέσσερις από τους 40 εμφάνισαν νευρικά γέλια ή σπασμούς. Κάποιοι πρότειναν να επιστρέψουν τα 4 δολάρια αμοιβής. Κάποιοι παρακάλεσαν τον πειραματιστή να σταματήσει. Όλοι ρώτησαν «είναι εντάξει αυτό;» τουλάχιστον μία φορά.
Αλλά τελικά, το 65% υπάκουσε. Ούτε ένας από αυτούς που αρνήθηκε να φτάσει στα 450 βολτ ζήτησε να σταματήσει εντελώς το πείραμα — κανείς δεν πήγε στο διπλανό δωμάτιο να ελέγξει αν ο μαθητής ήταν ζωντανός. Σταμάτησαν, αλλά δεν αναλαβαν δράση. Η υπακοή δεν ήταν μόνο στο «κάνε» — ήταν και στο «μην κάνεις τίποτα πέρα απ" αυτό που σου λένε».
«Η ακραία προθυμία ενηλίκων ανθρώπων να πάνε σχεδόν σε οποιοδήποτε μήκος κατ' εντολή μιας αυθεντίας αποτελεί το κύριο εύρημα της μελέτης και το γεγονός που απαιτεί εξήγηση πιο επειγόντως. Κανονικοί άνθρωποι, κάνοντας απλά τη δουλειά τους, χωρίς ιδιαίτερη εχθρότητα, μπορούν να γίνουν πράκτορες μιας τρομερής καταστροφικής διαδικασίας.» — Στάνλεϊ Μίλγκραμ, «The Perils of Obedience» (1974)
❧ ❧ ❧
Κεφάλαιο 4
Οι παραλλαγές — Τι αλλάζει την υπακοή
Ο Μίλγκραμ δεν σταμάτησε σε ένα πείραμα. Στο βιβλίο του «Obedience to Authority» (1974), περιγράφει 19 παραλλαγές, κάθε μία σχεδιασμένη να απαντά σε ένα διαφορετικό ερώτημα. Τι συμβαίνει αν αλλάξουν οι συνθήκες; Αν ο μαθητής είναι πιο κοντά; Αν ο πειραματιστής είναι πιο μακριά; Αν υπάρχουν άλλοι που αρνούνται;
Όταν ο πειραματιστής έδινε οδηγίες τηλεφωνικά, η υπακοή έπεσε στο 21%. Κάποιοι συμμετέχοντες μάλιστα εξαπατούσαν τον πειραματιστή, προσποιούμενοι ότι χορηγούσαν τα σοκ ενώ στην πραγματικότητα πατούσαν τους μικρότερους διακόπτες. Η φυσική παρουσία της αυθεντίας, λοιπόν, ήταν καθοριστική.
Όταν ο μαθητής βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον δάσκαλο — αντί σε ξεχωριστό χώρο — η υπακοή έπεσε στο 40%. Όταν ο δάσκαλος έπρεπε να κρατήσει ο ίδιος το χέρι του μαθητή πάνω στη μεταλλική πλάκα σοκ, μόνο το 30% συνέχισε μέχρι τέλους. Η εγγύτητα με το θύμα μείωνε δραματικά την υπακοή. Ήταν πιο εύκολο να προκαλέσεις πόνο σε κάποιον που δεν βλέπεις.
Η τοποθεσία επίσης μετρούσε. Όταν το πείραμα μεταφέρθηκε από τις εντυπωσιακές εγκαταστάσεις του Yale σε ένα γκρίζο γραφείο στο Bridgeport του Connecticut — χωρίς καμία σύνδεση με πανεπιστήμιο — η υπακοή έπεσε από 65% σε 47,5%. Το κύρος του ιδρύματος λειτουργούσε ως ασπίδα για τη συνείδηση.
Αλλά η πιο εντυπωσιακή παραλλαγή αφορούσε την κοινωνική πίεση. Όταν δύο ακόμα «δάσκαλοι» — ηθοποιοί και αυτοί — αρνούνταν να συνεχίσουν, μόνο 4 στους 40 συμμετέχοντες πήγαιναν μέχρι τέλους. Αντίστοιχα, όταν ένας δεύτερος «δάσκαλος» υπάκουε πλήρως, 37 στους 40 ακολουθούσαν. Δεν ήταν μόνο η αυθεντία που καθόριζε τη συμπεριφορά — ήταν και τι έκαναν οι γύρω σου.
Σημείωση: Τον Μάιο του 1962, ο Μίλγκραμ δοκίμασε μια παραλλαγή όπου οι συμμετέχοντες έφερναν έναν φίλο, ο οποίος γινόταν ο «μαθητής». Μόνο το 15% συνέχισε μέχρι τέλους — 50 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από το αρχικό πείραμα. Το 80% σταμάτησε πριν φτάσει καν στα 195 βολτ.
Μια ακόμη πειραματική παραλλαγή χρησιμοποίησε αποκλειστικά γυναίκες συμμετέχουσες. Η υπακοή δεν διέφερε σημαντικά, αν και οι γυναίκες ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα στρες. Η ικανότητα της αυθεντίας να εξαναγκάσει υπακοή δεν γνώριζε φύλο.
❧ ❧ ❧
Κεφάλαιο 5
Η ηθική καταιγίδα
Η δημοσίευση των αποτελεσμάτων πυροδότησε μια θύελλα. Στις 10 Ιουνίου 1964, η ψυχολόγος Diana Baumrind δημοσίευσε στο American Psychologist ένα συντομο αλλά καταλυτικό άρθρο: «Σκέψεις για τη Δεοντολογία της Έρευνας: Μετά την Ανάγνωση του Milgram.» Υποστήριξε ότι ακόμα κι αν ο Μίλγκραμ είχε λάβει τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων, ήταν ηθικά υπεύθυνος για την ψυχολογική τους τραυματοποίηση. Οι άνθρωποι που ίδρωναν, έτρεμαν, και είχαν σπασμούς γέλιου δεν ήταν εντάξει — και ο πειραματιστής δεν θα έπρεπε να τους αφήσει να συνεχίσουν.
Η κριτική της Baumrind οδήγησε σε ριζική αναθεώρηση των ηθικών κανόνων ψυχολογικής έρευνας. Σήμερα, ένα πείραμα σαν αυτό του Μίλγκραμ θα ήταν αδύνατο να εγκριθεί από οποιαδήποτε επιτροπή δεοντολογίας. Ο ψυχικός πόνος που βίωσαν οι συμμετέχοντες — η ανακάλυψη ότι ήταν ικανοί να βασανίσουν κάποιον κατ' εντολή — ήταν μια πληγή που κάποιοι κουβαλούσαν για χρόνια.
Ο Μίλγκραμ υπερασπίστηκε σθεναρά το πείραμά του. Σε μια έρευνα που διεξήγαγε μεταξύ πρώην συμμετεχόντων, το 84% δήλωσε «χαρούμενο» ή «πολύ χαρούμενο» που συμμετείχε. Μόνο το 1,3% δήλωσε ότι μετάνιωσε. Πρώην συμμετέχοντες του έγραφαν γράμματα ευχαριστίας, του προσέφεραν βοήθεια, ζητούσαν να ενταχθούν στην ομάδα του.
«Ενώ ήμουν υποκείμενο το 1964, αν και πίστευα ότι πονούσα κάποιον, δεν καταλάβαινα γιατί το έκανα. Λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν πότε ενεργούν σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους και πότε υποτάσσονται πειθήνια σε μια αυθεντία... Είμαι πλήρως προετοιμασμένος να πάω φυλακή αν δεν μου δοθεί καθεστώς αντιρρησία συνείδησης.» — Γράμμα πρώην συμμετέχοντα στον Μίλγκραμ, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ
Υπήρχαν, ωστόσο, και σκεπτικιστές. Η ερευνήτρια Gina Perry, στο βιβλίο της «Behind the Shock Machine» (2012), υποστήριξε ότι ο Μίλγκραμ είχε χειραγωγήσει τα αποτελέσματα και ότι πολλοί συμμετέχοντες δεν πίστευαν πραγματικά ότι τα σοκ ήταν αληθινά. Σύμφωνα με τη δική της ανάλυση, μόνο οι μισοί πίστεψαν ότι ήταν πραγματικό — και από αυτούς, το 66% αρνήθηκε να υπακούσει. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεκάδες αναπαραγωγές του πειράματος σε πολλές χώρες — από την Αυστραλία μέχρι την Ιταλία και τη Νότια Αφρική — έδωσαν παρόμοια αποτελέσματα.
❧ ❧ ❧
Κεφάλαιο 6
Η κοινωνία της υπακοής
Ο Μίλγκραμ πρότεινε δύο θεωρίες για να εξηγήσει τα αποτελέσματα. Η πρώτη ήταν η θεωρία του κονφορμισμού, βασισμένη στα πειράματα του Solomon Asch: ένα άτομο χωρίς εμπειρία ή ικανότητα λήψης αποφάσεων σε μια κρίση αφήνει τη λήψη αποφάσεων στην ομάδα και την ιεραρχία της. Η δεύτερη ήταν η θεωρία της «αντιπροσωπευτικής κατάστασης» (agentic state): ο άνθρωπος σταματά να βλέπει τον εαυτό του ως υπεύθυνο για τις πράξεις του και γίνεται απλώς ένα εργαλείο εκτέλεσης εντολών.
Αυτή η «αντιπροσωπευτική κατάσταση» δεν ήταν απλώς θεωρία. Παρατηρήθηκε σε πραγματικό χρόνο. Οι συμμετέχοντες νευρικά γελούσαν, ίδρωναν, κοιτούσαν τον πειραματιστή αναζητώντας έγκριση — αλλά δεν αναλάμβαναν προσωπική ευθύνη. Η φράση «εσείς είστε υπεύθυνοι αν κάτι πάει στραβά;» — και η απάντηση «ναι, εγώ αναλαμβάνω» — ήταν αρκετή ώστε πολλοί να συνεχίσουν.
Η φιλόσοφος Hannah Arendt, παρακολουθώντας τη δίκη του Άιχμαν, διατύπωσε μια φράση που θα γινόταν αιώνια: «η κοινοτοπία του κακού» (banality of evil). Ο Άιχμαν δεν ήταν τέρας. Ήταν γραφειοκράτης. Ακολουθούσε κανόνες. Πλήρωνε σωστά τους υπαλλήλους. Οργάνωνε αποτελεσματικά δρομολόγια τρένων. Το γεγονός ότι αυτά τα τρένα κατέληγαν σε θαλάμους αερίων ήταν, γι' αυτόν, μια λεπτομέρεια εκτός αρμοδιότητάς του.
Ο Μίλγκραμ ισχυρίστηκε ότι «μια κοινή ψυχολογική διαδικασία εμπλέκεται κεντρικά και στα δύο» — στο εργαστήριό του και στη Γερμανία. Αλλά κριτικοί, όπως ο James Waller, σημείωσαν ουσιαστικές διαφορές: οι συμμετέχοντες πίστευαν ότι δεν θα υπήρχε μόνιμη βλάβη, δεν γνώριζαν το θύμα, δεν είχαν μίσος, και το πείραμα κρατούσε μία ώρα — ενώ το Ολοκαύτωμα κράτησε χρόνια, με πλήρη γνώση και πρόθεση.
«Αν και η προσέγγιση του Μίλγκραμ μπορεί να εξηγήσει τον υπάκουο γραφειοκράτη που μετέφερε Εβραίους στο Άουσβιτς με την ίδια ρουτίνα που θα μετέφερε πατάτες στη Βρέμη, αποτυγχάνει να εξηγήσει τις πιο ζηλωτικές, εφευρετικές και μισαλλόδοξες θηριωδίες που χαρακτήρισαν επίσης το Ολοκαύτωμα.» — Thomas Blass, «The Man Who Shocked the World» (2004)
❧ ❧ ❧
Κεφάλαιο 7
Τα παιδιά του Μίλγκραμ
Το πείραμα του Μίλγκραμ δεν ήταν μοναδικό. Ενέπνευσε — ή ίσως αποκάλυψε — μια σειρά πειραμάτων για τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Το 1971, ο Philip Zimbardo, πρώην συμμαθητής του Μίλγκραμ στο λύκειο, διεξήγαγε το Stanford Prison Experiment: φοιτητές ανατέθηκαν τυχαία ως «φύλακες» ή «κρατούμενοι» σε ένα ψευτο-φυλακισμένο υπόγειο. Μέσα σε έξι μέρες, οι «φύλακες» είχαν γίνει τόσο σαδιστικοί που το πείραμα σταμάτησε πρόωρα.
Το ίδιο είχε δείξει, με πιο σιωπηλό τρόπο, το πείραμα Hofling (1966) σε πραγματικό νοσοκομείο. Ένας άγνωστος «γιατρός» τηλεφωνούσε σε νοσοκόμες και τους ζητούσε να χορηγήσουν διπλάσια δόση από τη μέγιστη επιτρεπόμενη ενός (πλαστού) φαρμάκου σε έναν ασθενή. Το 95% των νοσοκόμων ετοιμάστηκε να εκτελέσει την εντολή, παρά τους κανόνες ασφαλείας. Η αυθεντία νίκησε και πάλι.
Και σε πραγματικά πεδία μάχης, η μηχανική της υπακοής φάνηκε στο Mỹ Lai, μια μικρή κοινότητα στο Νότιο Βιετνάμ. Στις 16 Μαρτίου 1968, Αμερικανοί στρατιώτες υπό τις εντολές του υπολοχαγού William Calley σκότωσαν μεταξύ 347 και 504 άοπλους αμάχους — γέρους, γυναίκες, παιδιά. Πολλοί στρατιώτες ανέφεραν αργότερα ότι «ακολουθούσαν εντολές». Μόνο ένας, ο λοχαγός Hugh Thompson, αρνήθηκε — θέτοντας τα όπλα κατά των συναδέλφων του για να προστατεύσει αμάχους.
Ακόμη πιο ανατριχιαστικό ήταν ένα πείραμα του 1972 από τους Charles Sheridan και Richard King, που ήθελαν να ελέγξουν αν οι συμμετέχοντες του Μίλγκραμ είχαν καταλάβει ότι τα σοκ ήταν ψεύτικα. Χρησιμοποίησαν ένα αληθινό θύμα — ένα μικρό κουτάβι — που δεχόταν πραγματικά ηλεκτροσόκ (αβλαβή, αλλά πραγματικά). Επτά στους 13 άνδρες υπάκουσαν μέχρι τέλους. Και οι 13 γυναίκες υπάκουσαν μέχρι τέλους. Πολλοί έκλαιγαν ενώ πατούσαν τον διακόπτη.
❧ ❧ ❧
Κεφάλαιο 8
Σαράντα χρόνια μετά — ακόμα υπακούμε
Το 2006, ο ψυχολόγος Jerry Burger κατάφερε να λάβει έγκριση για μια μερική αναπαραγωγή του πειράματος, σταματώντας στα 150 βολτ αντί στα 450, για ηθικούς λόγους. Τα αποτελέσματα ήταν «σχεδόν ταυτόσημα» με αυτά του Μίλγκραμ από το 1961. Οι άνθρωποι δεν είχαν αλλάξει σε μισό αιώνα.
Η μεγαλύτερη σοκαριστική αναπαραγωγή ήρθε από τη Γαλλία. Το 2010, στο ντοκιμαντέρ «Le Jeu de la Mort» (Το Παιχνίδι του Θανάτου), ερευνητές ανασχεδίασαν το πείραμα ως πιλοτικό τηλεοπτικό game show. Οι εθελοντές πληρώθηκαν 40 ευρώ και τους είπαν ότι δεν θα κέρδιζαν κάτι — αυτό ήταν μόνο δοκιμαστικό. Μόνο 16 από τους 80 «διαγωνιζόμενους» σταμάτησαν πριν χορηγήσουν τη μέγιστη τιμωνία. Το υπόλοιπο 80% πήγε μέχρι τέλους. Η τηλεόραση — η σύγχρονη αυθεντία — αποδείχτηκε ακόμη πιο πειστική από τη λευκή ποδιά εργαστηρίου.
Ο Thomas Blass, στη μεγαλύτερη μετα-ανάλυση αναπαραγωγών του πειράματος, βρήκε ότι το ποσοστό πλήρους υπακοής κυμαινόταν από 28% έως 91%, ανάλογα με τις συνθήκες. Δεν υπήρχε σημαντική τάση αλλαγής στο πέρασμα του χρόνου. Ο μέσος όρος στις ΗΠΑ ήταν 61%, στις εκτός ΗΠΑ μελέτες 66%.
Σύγχρονες ερμηνείες: Νεότεροι ερευνητές, όπως οι Alexander Haslam και Stephen Reicher, προτείνουν ότι οι συμμετέχοντες δεν υπακούαν τυφλά — αντίθετα, πείθονταν ότι υπηρετούσαν την επιστήμη. Όταν ο πειραματιστής έλεγε «το πείραμα απαιτεί να συνεχίσετε», υπάκουαν. Αλλά όταν έλεγε «δεν έχετε άλλη επιλογή — πρέπει να συνεχίσετε» (δηλαδή μια καθαρή εντολή), αρνούνταν. Δεν ακολουθούσαν εντολές — ακολουθούσαν μια ιδεολογία.
❧ ❧ ❧
Επίλογος
Ο κύριος Wallace
Ο Στάνλεϊ Μίλγκραμ πέθανε το 1984, σε ηλικία 51 ετών, από καρδιακή προσβολή — η πέμπτη στη ζωή του. Ήταν αμφιλεγόμενος ακόμα και στο τέλος, αλλά το πείραμά του παραμένει ίσως η πιο σημαντική ψυχολογική μελέτη του 20ού αιώνα. Δεν μας είπε κάτι νέο — αλλά μας αποδειξε, αριθμητικά, αυτό που δεν θέλαμε να παραδεχτούμε.
Ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον «μαθητή» σε δεκάδες συνεδρίες ονομαζόταν James McDonough — αν και ο Μίλγκραμ τον ονόμαζε λειτουργικά «Mr. Wallace» στις δημοσιεύσεις. Καθόταν δεμένος στην καρέκλα, ακούγοντας τους δασκάλους να αυξάνουν τα βολτ, κουμπί μετά κουμπί. Γνώριζε ότι τα σοκ ήταν ψεύτικα. Αλλά βίωσε κάτι αληθινό: τη στιγμή που κανονικοί, ευγενικοί, μορφωμένοι άνθρωποι αποφάσιζαν να τον «σκοτώσουν» — γιατί κάποιος με ποδιά τους είπε ότι ήταν εντάξει.
Αυτό που τον τρόμαζε περισσότερο δεν ήταν οι ηλεκτρισμοί. Ήταν τα μάτια τους. Η διαδικασία με την οποία ένα ζευγάρι μάτια γεμάτα ανησυχία μετατρεπόταν σιγά σιγά σε ένα ζευγάρι μάτια που απλά ακολουθούσε εντολές. Η στιγμή που ο άνθρωπος σταματούσε να σκέφτεται και άρχιζε απλά να εκτελεί. Αυτή η στιγμή δεν κρυβόταν πίσω από κρεματόρια ή πεδία μάχης. Βρισκόταν σε ένα αίθριο του Yale, μια απόγευμα τρίτη, στα μάτια ενός γείτονα, ενός ταχυδρόμου, ενός δασκάλου.
Ίσως αυτό είναι το πιο τρομακτικό πράγμα που μας δίδαξε ο Μίλγκραμ: ότι η γραμμή μεταξύ «αυτών» και «εμάς» είναι πολύ, πολύ λεπτότερη απ' ό,τι νομίζουμε.
⚡ ⚡ ⚡
— Τέλος —

📖 Διαβάστε περισσότερα: Η απόδραση του El Chapo μέσα από τούνελ 1,5 χλμ

Stanford Prison Experiment ψυχολογία υπακοή Zimbardo πειράματα ανθρώπινη συμπεριφορά εξουσία φυλακή