τον θάνατο και τα δικά της όρια
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η κοπέλα που περπάτησε 11 μέρες μόνη στη ζούγκλα
Το μόνο που θυμάται ο Νάντο Παράντο είναι σκοτάδι. Ένα βαθύ, πηχτό μαύρο — σαν να βρίσκεσαι μέσα στο τίποτα. Μια σκέψη επαναλαμβανόταν: «Πέθανα. Πέθανα. Αυτός είναι ο θάνατος. Είναι τόσο μαύρος που αυτός είναι ο θάνατος.» Πέρασαν ώρες. Ίσως μέρες. Και τότε, μια νέα σκέψη: «Διψάω. Αν έχω πεθάνει, πώς μπορεί να διψάω;»
Ο Παράντο άνοιξε τα μάτια του. Πρόσωπα φίλων τον κοιτούσαν. «Νάντο, είσαι καλά;» ρωτούσαν. Δεν ήταν καλά. Βρισκόταν μέσα σ" ένα κατεστραμμένο κουφάρι αεροπλάνου, ανάμεσα σε συρματοπλέγματα, σπασμένα πλαστικά και τσαλακωμένο μέταλλο. Τρεις μέρες νωρίτερα, η πτήση 571 της Ουρουγουανής Πολεμικής Αεροπορίας είχε χτυπήσει σ' ένα βουνό στις Άνδεις. Ο Παράντο είχε υποστεί κάταγμα κρανίου. Τον είχαν αφήσει στο χιόνι — τον νόμιζαν νεκρό.
Έπρεπε να περάσουν 72 μέρες για να βγουν ζωντανοί από εκείνο το βουνό. Δεκαέξι από τους σαράντα πέντε επιβαίνοντες. Αυτό που ζήτησε η επιβίωση από αυτούς τους νεαρούς παίκτες ράγκμπι ξεπερνά κάθε φαντασία.
Τον Οκτώβριο του 1972, ο Νάντο Παράντο ήταν 22 χρόνων — ένας φυσιολογικός νεαρός Ουρουγουανός που βοηθούσε στο σιδηροπωλείο του πατέρα του, κυνηγούσε κοπέλες και έπαιζε ράγκμπι στους Old Christians Club του Μοντεβιδέο. Όταν ανακοινώθηκε ένα ταξίδι στη Χιλή για αγώνα ράγκμπι, δεν σκέφτηκε δεύτερη φορά. Ο αρχηγός της ομάδας, Μαρσέλο Πέρεθ, ναύλωσε ένα στρατιωτικό αεροσκάφος. Πάνω στο αεροπλάνο ανέβηκαν οι παίκτες, φίλοι, οικογένειες — ακόμα κι ο Παράντο πήρε μαζί τη μητέρα και τη μικρή αδερφή του, τη Σούζι.
Στις 12 Οκτωβρίου, το Fairchild FH-227D απογειώθηκε από το Μοντεβιδέο. Λόγω κακοκαιρίας, σταμάτησε στη Μεντόζα της Αργεντινής. Την επόμενη μέρα — Παρασκευή και 13 — οι παίκτες αστειεύτηκαν για τον κακό οιωνό. Οι πιλότοι καθυστέρησαν, αλλά το αεροσκάφος ανήκε στην Πολεμική Αεροπορία και ο νόμος δεν επέτρεπε να μείνει σε αργεντίνικο έδαφος πάνω από 24 ώρες. Απογειώθηκαν γύρω στις 2 το μεσημέρι — η χειρότερη ώρα για πτήση πάνω από τις Άνδεις.
Το αεροπλάνο δεν μπορούσε να πετάξει αρκετά ψηλά για να περάσει πάνω από τα βουνά — η μέγιστη οροφή του ήταν περίπου 6.900 μέτρα, ενώ η κορυφή Ακονκάγουα φτάνει τα 6.960. Οι πιλότοι ακολούθησαν μια πορεία σχήματος U: νότια μέχρι το πέρασμα Πλανσόν, όπου οι κορυφογραμμές είναι χαμηλότερες, κι ύστερα στροφή βόρεια προς το Σαντιάγο.
Αλλά μια ώρα μετά την απογείωση, ο συγκυβερνήτης έκανε ένα μοιραίο λάθος. Εκτίμησε λανθασμένα τη θέση τους — πιθανότατα εξαιτίας νεφοκάλυψης ή λάθους υπολογισμού των ανέμων. Έστριψε βόρεια πολύ νωρίς, πιο βαθιά μέσα στις Άνδεις. Ανακοίνωσε στον πύργο ελέγχου ότι είχαν περάσει το Κουρικό στη Χιλή. Δεν είχαν.
«Σήμερα δεν θα πλησίαζα ποτέ εκείνο το αεροπλάνο. Ένα Fairchild FH-227D, με πολύ αδύναμους κινητήρες, γεμάτο κόσμο, να πετά πάνω από τα ψηλότερα βουνά της Νότιας Αμερικής, με κακοκαιρία. Με τίποτα.»
— Νάντο Παράντο, The Guardian, 2023Στις 3:30 το απόγευμα, το αεροπλάνο χτύπησε σ' ένα βουνό. Τα φτερά κόπηκαν. Ο αριστερός προπελοτήρας έσκισε τη ράχη της ατράκτου. Η ουρά αποκόπηκε. Ό,τι απέμεινε γλίστρησε κάτω από την πλαγιά σαν τρελό έλκηθρο, με τρομακτική ταχύτητα, μέχρι που σταμάτησε σε μια κοιλάδα σε υψόμετρο 3.500 μέτρων.
Δώδεκα άνθρωποι σκοτώθηκαν ακαριαία. Οι υπόλοιποι τριάντα τρεις ήταν ζωντανοί — προσωρινά.
Η ατμόσφαιρα εκεί πάνω σε σκοτώνει αργά. Η θερμοκρασία πέφτει στους -35°C. Ο αέρας είναι τόσο αραιός που μπορείς να λαχανιάσεις μόνο από το να στέκεσαι όρθιος. Ο ήλιος αντανακλά στο χιόνι και σε τυφλώνει. Ένα λάθος βήμα κι ο πάγος σε ρουφά μέχρι τη μέση. Κανείς δεν είχε χειμερινά ρούχα, κουβέρτες ή εξοπλισμό ορειβασίας.
Αυτό που εξέπληξε τον Παράντο πιο πολύ ήταν η δίψα. «Αφυδατώνεσαι πέντε φορές πιο γρήγορα σε εκείνο το υψόμετρο», εξήγησε αργότερα. «Και δεν υπάρχει νερό, πρέπει να τρως χιόνι.» Το χιόνι ήταν τόσο κρύο που τους έκαιγε τον λαιμό και τους σκούσε τα χείλη.
Τη νύχτα, τα πράγματα γίνονταν χειρότερα. Τα μπαλώματα με βαλίτσες και θρύμματα δεν σταματούσαν τον πάγο. Τα ρούχα πάγωναν πάνω τους. Γρονθοκοπούσαν ο ένας τα χέρια του άλλου για να βελτιώσουν την κυκλοφορία του αίματος. Τρεμόπαιζαν τα δόντια τους τόσο δυνατά που ήταν αδύνατο να μιλήσουν. Κουλουριάζονταν μαζί, ψάχνοντας ζεστασιά στην ανάσα ο ένας του άλλου.
📖 Διαβάστε περισσότερα: 33 μεταλλωρύχοι εγκλωβισμένοι 69 μέρες στα βάθη της γης
Ο αρχηγός Πέρεθ ανέλαβε τη διοίκηση. Ο Ρομπέρτο Κανέσα, φοιτητής ιατρικής, προσπαθούσε να φροντίσει τους τραυματίες — έδενε σπασμένα κόκαλα με λωρίδες υφάσματος και τα τύλιγε σε χιόνι. Βρήκαν τον πιλότο ζωντανό, παγιδευμένο στο τσαλακωμένο πιλοτήριο. Πριν πεθάνει, τους είπε ότι είχαν περάσει το Κουρικό — πληροφορία λανθασμένη, αλλά που θα τους παρέσυρε αργότερα σε λάθος υπολογισμούς.
Η μητέρα του Παράντο, η Ευγενία, σκοτώθηκε στη συντριβή. Η αδερφή του, η Σούζι, ήταν βαριά τραυματισμένη. Δεν μπορούσε ούτε να κινηθεί, ούτε να μιλήσει — μόνο τα μάτια της κουνιόνταν. Ο Παράντο σύρθηκε κοντά της, την αγκάλιασε στο πάτωμα, έλιωνε χιόνι με το στόμα του και της έδινε νερό. Πέθανε στην αγκαλιά του, την όγδοη μέρα. «Δεν μπορούσα να κλάψω», θυμάται. «Ο εγκέφαλός μου δεν αντιδρούσε σε τίποτα εκτός από την επιβίωση.»
Τα τρόφιμα τελείωσαν σε μια εβδομάδα. Σοκολάτες, κράκερ, λίγο κρασί — αυτά ήταν όλα. Ένα τετράγωνο σοκολάτα ανά πρόσωπο τη μέρα. Ο Παράντο χρειάστηκε τρεις μέρες να φάει ένα φιστίκι με σοκολάτα. Κάποιοι δοκίμασαν να φάνε δέρμα από σπασμένες βαλίτσες. Δεν πήγε καλά.
Τη δέκατη μέρα, ο Ρόι Χάρλεϊ κατάφερε να βάλει σε λειτουργία ένα τρανζίστορ ραδιόφωνο. Η είδηση που άκουσαν ήταν σαν δεύτερη συντριβή: οι αρχές είχαν διακόψει τις έρευνες. Μετά από οκτώ μέρες αναζήτησης, θεωρούσαν ότι δεν υπήρχαν επιζώντες.
Εκείνο το βράδυ, ο Παράντο γύρισε στον φίλο του τον Καρλίτος και του είπε ότι ήταν έτοιμος να φάει κρέας από τα σώματα έξω στο χιόνι. Η συζήτηση ανοίχτηκε σ' ολόκληρη την ομάδα. Κράτησε ώρες. Κάποιοι αρνήθηκαν. Αλλά η πείνα, αυτή η αδυσώπητη πείνα, δεν αφήνει πολλά περιθώρια φιλοσοφίας.
«Δεν είχα καμία αμφιβολία. Είχα φτάσει στο συμπέρασμα πολύ καθαρά. Αυτή είναι η μόνη διέξοδος. Το να μην ξέρεις πότε θα ξαναφάς είναι ο χειρότερος φόβος ενός ανθρώπου. Ο πιο αρχέγονος φόβος.»
— Νάντο Παράντο, The Guardian, 2023Σφίχτηκαν τα χέρια. Είπαν ο ένας στον άλλο: «Αν πεθάνω, χρησιμοποίησε το σώμα μου. Τουλάχιστον να βγεις εσύ ζωντανός. Και πες στην οικογένειά μου πόσο την αγαπώ.» Μια μικρή ομάδα βγήκε έξω με ένα κομμάτι γυαλί. Μετά τη διακοπή των ερευνών, σιγά σιγά, άρχισαν να τρώνε όλοι.
Ο Κανέσα, ο φοιτητής ιατρικής, το περιέγραψε χρόνια αργότερα: «Είναι κάτι πολύ ταπεινωτικό. Αλλά σκεφτόμουν τη μάνα μου — ότι είχα μοναδική ευκαιρία να της πω να μην κλαίει πια, ότι ήμουν ζωντανός. Και για να το κάνω αυτό, έπρεπε να αγοράσω χρόνο.»
Στις 29 Οκτωβρίου — δύο εβδομάδες μετά τη συντριβή — η νύχτα τους επιτέθηκε. Μια χιονοστιβάδα κατέβηκε ορμητικά από το βουνό και θάφτηκε η άτρακτος μαζί με όλους μέσα. «Δεν βλέπεις, δεν ακούς, δεν μπορείς να κουνηθείς και πεθαίνεις», περιέγραψε ο Κανέσα. Οκτώ ακόμα άνθρωποι σκοτώθηκαν — ανάμεσά τους ο αρχηγός Μαρσέλο Πέρεθ.
Οι δεκαεννιά που απέμειναν ήταν παγιδευμένοι σ' έναν μικρό χώρο ανάμεσα στο χιόνι και τον τοίχο της ατράκτου. Δεν χωρούσαν ούτε τέσσερα άτομα εκεί με άνεση. Ήταν σκοτάδι. Δεν μπορούσαν να σταθούν. Ο Παράντο τρύπησε μια τρύπα στην οροφή με μια μεταλλική ράβδο φορτίου, φέρνοντας φρέσκο αέρα. Έμειναν εκεί — κολλημένοι ανάμεσα σε νεκρούς φίλους — τέσσερις μέρες.
Μια δεύτερη χιονοστιβάδα κατέβηκε εκείνο το βράδυ, αλλά πέρασε πάνω από την ήδη θαμμένη άτρακτο. «Η κόλαση θα ήταν πολύ βολικό μέρος, σε σύγκριση μ' αυτές τις τέσσερις μέρες κάτω από τη χιονοστιβάδα», είπε ο Παράντο. Όταν η χιονοθύελλα σταμάτησε, έσκαψαν τον δρόμο τους προς τα έξω μέσα από το πιλοτήριο, σε βάρδιες των δεκαπέντε λεπτών. Πήρε ώρες.
Από τους 45 επιβαίνοντες: 12 σκοτώθηκαν στη συντριβή, 6 πέθαναν τις επόμενες μέρες, 8 σκοτώθηκαν στη χιονοστιβάδα, 3 πέθαναν αργότερα. Απέμειναν 16 — ένα τρίτο των αρχικών. Ο μέσος όρος ηλικίας τους ήταν μόλις 22 χρόνων.
Μετά τη χιονοστιβάδα, ο Παράντο ήξερε πλέον ότι ο μόνος τρόπος να φύγουν ήταν με τα πόδια. Οι εβδομάδες που ακολούθησαν αφιερώθηκαν σε προετοιμασία: κατασκευή υπνόσακου από ραμμένα μαξιλάρια, έλκηθρου από βαλίτσα, ρούχα σε πολλά στρώματα. Η υπόλοιπη ομάδα φρόντισε οι «εξερευνητές» — αυτοί που θα φύγαιναν — να τρώνε μεγαλύτερες μερίδες, για να χτίσουν δυνάμεις.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Τα 4 παιδιά που επέζησαν 40 μέρες στη ζούγκλα
Στις 12 Δεκεμβρίου — εξηκοστή πρώτη μέρα — ο Παράντο, ο Κανέσα και ο Αντόνιο «Τιντίν» Βιθιντίν ξεκίνησαν. Ο Παράντο φορούσε τρία τζιν, τρία πουλόβερ, τέσσερα ζευγάρια κάλτσες τυλιγμένες σε νάιλον σακούλα, και παπούτσια ράγκμπι. Είχε ένα μεταλλικό στύλο αλουμινίου για μπαστούνι, ένα σακίδιο με μερίδες κρέατος για τρεις μέρες.
Πριν φύγει, είπε σε αυτούς που έμειναν ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα σώματα της οικογένειάς του αν τελειώσει η τροφή. Αυτή η πρόταση λέει τα πάντα.
«Ήξερα ότι από τη στιγμή που θα πατούσα το πρώτο βήμα έξω, δεν θα γύρναγα πίσω. Αυτή ήταν αποστολή καμικάζι.»
— Νάντο Παράντο, The Guardian, 2023Οι ειδικοί λένε ότι δεν πρέπει να ανεβαίνεις πάνω από 300 μέτρα τη μέρα σε τέτοια υψόμετρα. Οι τρεις τους διπλασίασαν αυτό το νούμερο σε ένα πρωινό. Η ανάβαση που νόμιζαν ότι θα κρατήσει 14 ώρες κράτησε τρεις μέρες. Τους χτύπησε ακατανίκητη ασθένεια υψομέτρου — καρδιακοί παλμοί εκτός ελέγχου, υπεραερισμός, αφυδάτωση. Την πρώτη νύχτα, η θερμοκρασία έπεσε τόσο που το μπουκάλι νερού τους έσκασε.
Ο Παράντο έφτασε πρώτος στην κορυφή. Είχαν ξεκινήσει από τα 3.570 μέτρα — η κορυφή βρισκόταν στα 4.600. Κάθε χαρά που ένιωσε εξαϋλώθηκε μ' ένα βλέμμα γύρω του. Δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε πράσινες κοιλάδες, ούτε σημάδια πολιτισμού. Μόνο χιονισμένες κορυφογραμμές, η μία πίσω από την άλλη, μέχρι τον ορίζοντα.
Ο πιλότος τούς είχε πει ότι είχαν περάσει το Κουρικό — ότι ήταν στα δυτικά άκρα των Άνδεων. «Νομίζαμε ότι ήμασταν πέντε χιλιόμετρα μακριά. Ήμασταν ογδόντα.» Η πληροφορία ήταν λάθος από την αρχή.
Εκείνη τη στιγμή, ο Παράντο πήρε τη δεύτερη μεγαλύτερη απόφαση της ζωής του — μετά από αυτή να φύγει. Γυρίζει στον Κανέσα: «Εμπρός, Ρομπέρτο. Δεν γίνεται μόνος μου. Πάμε. Αν γυρίσουμε πίσω, για ποιο λόγο; Θα πεθάνω κοιτάζοντάς σε στα μάτια, κι εσύ ποιος πεθαίνει πρώτος;»
Πριν κατεβούν, ο Παράντο βάφτισε το βουνό. Έγραψε «Mt Seler» με ένα κραγιόν πάνω σε ένα σακουλάκι και το έκρυψε κάτω από μια πέτρα. Seler ήταν το όνομα του πατέρα του — ο άνθρωπος για τον οποίο ήθελε να ζήσει.
Έστειλαν τον Βιθιντίν πίσω στην άτρακτο — κατέβηκε σε μία ώρα χρησιμοποιώντας το αυτοσχέδιο έλκηθρο. Πήραν τις μερίδες τροφής του μαζί τους. Ο Παράντο κι ο Κανέσα συνέχισαν μόνοι, δυτικά.
Μέρα με τη μέρα, το τοπίο μαλάκωνε. Βρήκαν ένα ποτάμι κι ακολούθησαν τη ροή του. Σημάδια ζωής τους κρατούσαν σε κίνηση: ίχνη κατασκήνωσης, κοπριά, αγελάδες. Τα παπούτσια του Παράντο είχαν αρχίσει να διαλύονται. Ο Κανέσα ήταν εξουθενωμένος — «έδωσε ό,τι είχε», θυμάται ο Παράντο. «Ήταν ο καλύτερος σύντροφος που θα μπορούσα να είχα σ' αυτή την αποστολή.»
Στην όγδοη μέρα, ο Κανέσα είδε πρώτος έναν άνθρωπο — καβάλα σε άλογο, στην αντίπερα πλαγιά. Ο Παράντο άρχισε να τρέχει κατήφορα. Ο Σέρχιο Καταλάν, ένας Χιλιανός αγρότης, τους πλησίασε αλλά δεν μπορούσαν να ακουστούν — το ποτάμι βούιζε ανάμεσά τους. Ο Παράντο κατάλαβε μια λέξη: «Mañana.» Αύριο.
«Εκείνο το “αύριο” που πάντα ονειρευόμαστε, ήταν τώρα αληθινό.»
— Ρομπέρτο Κανέσα, ABC News, 2023Την επόμενη μέρα, ο Καταλάν γύρισε με τους γιους του. Έριξε πάνω από το ποτάμι μια πέτρα τυλιγμένη σε χαρτί, με ένα μολύβι. Ο Παράντο, με χέρια που έτρεμαν, έγραψε ένα σημείωμα που θ' άλλαζε τη μοίρα δεκαέξι ανθρώπων:
📖 Διαβάστε περισσότερα: Donner Party: οι άποικοι που κατέφυγαν στον κανιβαλισμό
«Έρχομαι από ένα αεροπλάνο που έπεσε στα βουνά. Είμαι Ουρουγουανός. Περπατάμε 10 μέρες. Έχω 14 φίλους τραυματίες στο σημείο της συντριβής. Χρειαζόμαστε βοήθεια. Δεν έχουμε τρόφιμα. Ελάτε να μας πάρετε.»
Ο Καταλάν ταξίδεψε δέκα ώρες καβάλα σε μουλάρι μέχρι τον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό. Ο Παράντο κι ο Κανέσα είχαν περπατήσει πάνω από 60 χιλιόμετρα σε δέκα ημέρες. Ο Παράντο πιστεύει ότι θα μπορούσαν να αντέξουν ακόμα μια μέρα. Μόνο μία.
Στις 22 Δεκεμβρίου — εβδομηκοστή πρώτη μέρα — δύο ελικόπτερα εμφανίστηκαν στον ουρανό πάνω από την άτρακτο. Ο Κάρλος Πάεθ Ροδρίγκεθ, ένας από τους επιζώντες, θυμάται: «Τα είδα σαν δύο γιγάντια πουλιά, κομιστές ελευθερίας. Δεν μπορώ να εξηγήσω τη χαρά εκείνης της στιγμής.»
Ο Παράντο οδήγησε τους πιλότους στο σημείο. Οι στρατιωτικοί που τον άκουγαν δεν τον πίστευαν — τους έδειχνε στον χάρτη σημεία βαθιά μέσα στην Αργεντινή. «Όχι, όχι, αυτό είναι Αργεντινή, είναι 60-80 χιλιόμετρα μακριά», του έλεγαν. Ο Παράντο επέμεινε. Κοίταξε τον Κανέσα, ξαπλωμένο στο πάτωμα ενώ τον φρόντιζε μια νοσοκόμα. Η αδρεναλίνη χτύπησε. Ανέβηκε στο ελικόπτερο πίσω από τον πιλότο.
Αναγνώρισε τα βουνά. Μετά τη ράχη. Κι ύστερα είδε την άτρακτο. Τα αγόρια βγήκαν τρέχοντας καθώς κυκλοφορούσε πάνω τους. Το ελικόπτερο προσγειώθηκε. Ο Παράντο άνοιξε την πόρτα. Τρεις φίλοι πήδηξαν πάνω του σαν σκυλιά, τον φιλούσαν, φώναζαν. Έξι διασώθηκαν εκείνη τη μέρα. Οι υπόλοιποι οκτώ την επόμενη.
Μισή ώρα αργότερα, το ελικόπτερο προσγειώθηκε σε νοσοκομείο στο Σαν Φερνάντο της Χιλής. Οι νοσοκόμοι έτρεξαν με φορείο. Ο Παράντο αρνήθηκε. «Η απόσταση από το ελικόπτερο μέχρι το νοσοκομείο ήταν 50 μέτρα. Και είπα: Όχι. Σταματήστε. Διέσχισα ολόκληρες τις Άνδεις με τα πόδια. Δεν μπαίνω σε φορείο.» Μπήκε στο νοσοκομείο περπατώντας.
Ο Αλίπιο Βέρα, ρεπόρτερ της χιλιανής τηλεόρασης, τους είδε από κοντά: «Ήταν πολύ αδύναμοι, η φωνή τους μόλις ακουγόταν. Ήταν απίστευτο — άνθρωποι που ήταν δυνατοί παίκτες ράγκμπι, τώρα ήταν σχεδόν σκελετοί.» Ο Παράντο είχε χάσει 45 κιλά — από τα 100 αρχικά. Οι νοσοκόμες αφαίρεσαν τα ρούχα του — κάποια τα φορούσε 72 μέρες. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. «Δεν αναγνώρισα τον εαυτό μου.»
Η είδηση ότι οι επιζώντες είχαν φάει νεκρούς προκάλεσε θύελλα. Απάντησαν ενωμένοι, σαν ομάδα — κάτι που δεν σταμάτησαν ποτέ να κάνουν. Ο Κανέσα απάντησε: «Δεν έχουν κανένα δικαίωμα να μας κρίνουν.» Οι αντιδράσεις ηρέμησαν γρήγορα. Ακόμα κι ο Πάπας εξέφρασε συμπάθεια. Η Εκκλησία τους απάλλαξε από κάθε αμαρτία.
Ο Παράντο ξαναβρήκε τον πατέρα του και τη μεγάλη αδερφή του, τη Γκρασιέλα, στο νοσοκομείο. Ο πατέρας του κοιμόταν στο κρεβάτι του Νάντο — μερικές φορές στο πάτωμα, αγκαλιά με τον σκύλο. Πάνω στο τζάκι υπήρχε μια φωτογραφία: ο Νάντο με τη μητέρα του και τη Σούζι. Οι δύο τους δεν γύρισαν.
Ο πατέρας του Παράντο πήγε στον τόπο της συντριβής 18 φορές σερί — δυόμισι μέρες σε μουλάρι, 70 χιλιόμετρα πεζοπορία — για να αφήσει λουλούδια στον τάφο της γυναίκας και της κόρης του. «Ρώτησα: Πατέρα, γιατί πηγαίνεις κάθε χρόνο; Απάντησε: Ο κόσμος πηγαίνει σε νεκροταφεία για τους αγαπημένους τους. Το δικό μου νεκροταφείο είναι απλώς πολύ μακριά.» Πέθανε το 2008, σε ηλικία 92. Οι τέφρες του μεταφέρθηκαν στις Άνδεις — δίπλα στη γυναίκα και την κόρη του, στη σκιά του βουνού Seler.
Κάθε χρόνο, στις 22 Δεκεμβρίου, οι επιζώντες μαζεύονται. Το αποκαλούν «κοινά γενέθλια» — η χρονιά που ξαναγεννήθηκαν. Ο Παράντο δεν έχει χάσει ούτε μία φορά. Στην πεντηκοστή επέτειο μαζεύτηκαν με τις οικογένειές τους. Τράβηξαν μια φωτογραφία: 147 άνθρωποι. Τα παιδιά και τα εγγόνια αυτών που γύρισαν. 147 ζωές που δεν θα υπήρχαν αν εκείνα τα 22χρονα αγόρια δεν είχαν περπατήσει.
«Είμαστε νεκροί που περπατούν. Αλλά ακόμα περπατάμε.»
— Νάντο Παράντο, ABC News, 2023Η ιστορία τους ενέπνευσε βιβλία, ταινίες — «Alive» (1993), «Society of the Snow» (2023 / Netflix) — και χιλιάδες συζητήσεις για τα ανθρώπινα όρια. Ο Παράντο δεν τη βλέπει ως θαύμα. «Ήταν η προσπάθεια μιας ομάδας νέων ανθρώπων που εμπιστεύτηκαν ο ένας τον άλλο πέρα από κάθε φαντασία. Αυτή είναι ιστορία ράγκμπι. Το ράγκμπι μου έσωσε τη ζωή.»
Στη μνήμη των 29 που δεν γύρισαν
Πτήση 571, Άνδεις — 13 Οκτωβρίου 1972
