Ο Nicholas George Wertheim γεννήθηκε στις 19 Μαΐου 1909 στο Λονδίνο, σε μια οικογένεια Γερμανοεβραίων μεταναστών που είχαν εγκατασταθεί στη Βρετανία στις αρχές του αιώνα. Οι γονείς του βαφτίστηκαν χριστιανοί και άλλαξαν το επώνυμό τους σε Winton για να ενσωματωθούν πλήρως στη βρετανική κοινωνία. Ο νεαρός Νίκι — όπως τον φώναζαν οι φίλοι του — σπούδασε στο Stowe School και μετέβη στη Γερμανία και τη Γαλλία για να μάθει τα τραπεζικά. Στα 29 του δούλευε ως χρηματιστής στο Λονδίνο, με ένα βολικό διαμέρισμα και μια καθημερινότητα χωρίς δράμα.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Ο ναυαγός που επέζησε 133 μέρες μόνος σε σχεδία
Τον Δεκέμβριο του 1938, ο φίλος του Martin Blake — μέλος μιας ανθρωπιστικής αποστολής — του τηλεγράφησε από την Πράγα: «Αν ψάχνεις κάτι χρήσιμο να κάνεις, έλα εδώ. Δεν θα σου φτάσουν τα χέρια». Η Τσεχοσλοβακία είχε μόλις διαμελιστεί μετά τη Συμφωνία του Μονάχου. Οι Σουδητικές περιοχές είχαν παραχωρηθεί στον Χίτλερ. Χιλιάδες Τσέχοι, Εβραίοι και αντίφρονες βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια χώρα που σύντομα δεν θα υπήρχε.
Ο Winton ακύρωσε τα σχέδιά του για σκι στην Ελβετία. Στις 31 Δεκεμβρίου 1938 έφτασε στην Πράγα.
Αυτό που αντίκρισε στην Πράγα τον σημάδεψε. Σε παγωμένους καταυλισμούς προσφύγων, οικογένειες περίμεναν σε σειρά χωρίς ελπίδα. Υπήρχε ήδη ένα βρετανικό σχέδιο — το Kindertransport — που μετέφερε Εβραιόπουλα από τη Γερμανία και την Αυστρία στη Βρετανία. Αλλά η Τσεχοσλοβακία δεν καλυπτόταν. Κανείς δεν οργάνωνε τίποτα για τα παιδιά της Πράγας.
Ο Winton δεν περίμενε κυβερνητικές αποφάσεις. Στήθηκε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο κέντρο της Πράγας και άρχισε να καταγράφει ονόματα. Γονείς πλαισίωναν μια ατέλειωτη ουρά, κρατώντας φωτογραφίες των παιδιών τους, πιστοποιητικά γέννησης, ιατρικά βεβαιώσεις. Σε λίγες μέρες, η λίστα είχε ξεπεράσει τις 5.000 αιτήσεις.
Ο Winton κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε να σώσει όλα τα παιδιά. Αλλά κάθε όνομα στη λίστα ήταν μια ανθρώπινη ζωή. Επέστρεψε στο Λονδίνο στις αρχές Ιανουαρίου 1939 με αποφασιστικότητα που σύντομα θα μεταμόρφωνε τα πάντα.
Ο Winton μετέτρεψε το τραπέζι του σαλονιού του σε κέντρο διάσωσης. Δούλευε κάθε πρωί στο Χρηματιστήριο και κάθε βράδυ στο «γραφείο» του. Η μητέρα του, Babette, ανέλαβε τα τηλέφωνα. Ο ίδιος τύπωνε πλαστά έγγραφα, κατασκεύαζε πειστικές επιστολές εγγύησης, επικοινωνούσε με κάθε βρετανική οικογένεια, εκκλησία, σχολείο και φιλανθρωπικό οργανισμό που μπορούσε να φιλοξενήσει ένα παιδί.
Το βρετανικό Home Office απαιτούσε για κάθε παιδί: εγγραφή σε ανάδοχη οικογένεια, εγγύηση 50 λιρών — ένα ιλιγγιώδες ποσό για την εποχή — και πλήρη ταξιδιωτικά έγγραφα. Ο Winton τα εξασφάλισε ένα προς ένα. Βρήκε οικογένειες πρόθυμες σε ολόκληρη τη Βρετανία. Μάζεψε χρήματα μέσω εράνων και προσωπικών επαφών. Πλαστογράφησε αρκετά έγγραφα όπου η γραφειοκρατία αρνούνταν να συνεργαστεί.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Ο άνθρωπος που επέζησε από δύο ατομικές βόμβες
Η πρώτη αποστολή αναχώρησε στις 14 Μαρτίου 1939 — είκοσι παιδιά σε τρένο από την Πράγα μέσω Γερμανίας και Ολλανδίας προς τον σταθμό Liverpool Street στο Λονδίνο. Κάθε παιδί φορούσε μια ετικέτα με το όνομα και τον αριθμό του. Τα περισσότερα κρατούσαν μια μικρή βαλίτσα. Πολλά δεν κατάλαβαν ότι αποχαιρετούσαν τους γονείς τους για πάντα.
Μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου 1939, ο Winton οργάνωσε οκτώ τρένα Kindertransport από την Πράγα. Κάθε αποστολή ήταν ένα εφιαλτικό logistics: τα βίζα, οι σφραγίδες, τα τελωνεία, οι γερμανικοί έλεγχοι στα σύνορα. Σε μερικές περιπτώσεις, γερμανοί αξιωματικοί σταματούσαν τα τρένα για τυπικούς ελέγχους που διαρκούσαν ώρες ενώ παιδιά τριών ετών κλαίγανε από φόβο και πείνα.
Το έβδομο τρένο αναχώρησε στις 2 Αυγούστου 1939 με 68 παιδιά. Ήταν η τελευταία επιτυχημένη αποστολή. Το όγδοο τρένο — το μεγαλύτερο απ" όλα, με 250 παιδιά — ήταν προγραμματισμένο για την 1η Σεπτεμβρίου 1939. Τη μέρα εκείνη, η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία. Τα σύνορα έκλεισαν. Το τρένο δεν αναχώρησε ποτέ.
Κανένα από τα 250 παιδιά δεν βρέθηκε ποτέ. Θεωρείται ότι εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μαζί με τις οικογένειές τους. Ο Winton δεν μίλησε ποτέ δημόσια γι' αυτό. Αλλά όσοι τον γνώριζαν έλεγαν ότι το βάρος εκείνου του τρένου δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.
Μετά τον πόλεμο, ο Winton δεν μίλησε σε κανέναν για αυτό που είχε κάνει. Δεν ζήτησε αναγνώριση, δεν έγραψε βιβλίο, δεν έδωσε συνεντεύξεις. Παντρεύτηκε, απέκτησε παιδιά, έζησε τη ζωή ενός συνηθισμένου Βρετανού. Δούλευε στο Χρηματιστήριο, εθελοντής στο τοπικό νοσοκομείο, πρόεδρος ενός μικρού φιλανθρωπικού σωματείου. Κανείς — ούτε οι γείτονές του, ούτε οι συνάδελφοί του, ούτε οι περισσότεροι φίλοι του — δεν γνώριζε.
Για πενήντα χρόνια, η μόνη απόδειξη ήταν ένα παλιό λεύκωμα στη σοφίτα. Μέσα σε αυτό: κατάλογοι με ονόματα παιδιών, φωτογραφίες, αντίγραφα εγγράφων, χάρτες δρομολογίων και επιστολές γονέων που ευχαριστούσαν έναν άγνωστο Βρετανό που κρατούσε τα παιδιά τους ζωντανά.
Το 1988, η σύζυγός του Grete βρήκε το λεύκωμα κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης καθαριότητας στη σοφίτα. Ξεφύλλισε τις σελίδες και πάγωσε. Ρώτησε τον σύζυγό της τι ήταν. Εκείνος απάντησε αόριστα: «Κάτι από τον πόλεμο». Η Grete επέμεινε. Σταδιακά, η ιστορία βγήκε στο φως.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η γυναίκα που ανακηρύχθηκε νεκρή και ξύπνησε στο νεκροτομείο
Η Elisabeth Maxwell — ιστορικός του Ολοκαυτώματος — πληροφορήθηκε για το λεύκωμα και ενημέρωσε τους παραγωγούς της δημοφιλούς εκπομπής του BBC «That's Life!» με παρουσιάστρια την Esther Rantzen. Το 1988, ο Winton προσκλήθηκε στο στούντιο ως θεατής — χωρίς να γνωρίζει τον πραγματικό λόγο.
Η Rantzen κράτησε το λεύκωμα στα χέρια της. Διάβασε μερικά ονόματα. Και μετά ρώτησε: «Υπάρχει κάποιος στο κοινό απόψε που χρωστά τη ζωή του σε αυτόν τον άνθρωπο;» Μια γυναίκα σηκώθηκε. Μετά μια δεύτερη. Μετά τρεις, πέντε, δέκα. Ολόκληρη η σειρά πίσω από τον Winton σηκώθηκε όρθια. Ήταν τα «παιδιά» του — τώρα ενήλικες, γιαγιάδες και παππούδες — που είχαν εντοπιστεί μέσα από τις λίστες του λευκώματος.
Ο Winton δεν είπε λέξη. Σηκώθηκε αργά, γύρισε πίσω, κοίταξε εκείνα τα πρόσωπα — πρόσωπα που είχαν μεγαλώσει, ζήσει, κάνει οικογένειες, γεννήσει παιδιά, χαρεί και πονέσει χάρη στο τρένο που τους πήρε από την Πράγα — και τα δάκρυα κύλησαν αθόρυβα. Η στιγμή εκείνη, καταγεγραμμένη από τις κάμερες του BBC, θεωρείται μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές στην ιστορία της τηλεόρασης.
Μετά τη μετάδοση, τα «παιδιά του Winton» ξεκίνησαν μια παγκόσμια αναζήτηση. Εκατοντάδες ενήλικες σε Βρετανία, Καναδά, Αυστραλία, Ισραήλ και ΗΠΑ ανακάλυψαν ότι χρωστούσαν τη ζωή τους σε έναν Βρετανό χρηματιστή που δεν είχαν συναντήσει ποτέ. Πολλοί δεν γνώριζαν καν πώς είχαν φτάσει στη Βρετανία ως παιδιά — οι ανάδοχες οικογένειές τους δεν τους είχαν πει τίποτα.
Μέχρι σήμερα, υπολογίζεται ότι πάνω από 6.000 άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο οφείλουν την ύπαρξή τους στον Winton — τα 669 παιδιά, τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, τα δισέγγονά τους. Ανάμεσά τους βρέθηκαν επιστήμονες, γιατροί, δικηγόροι, καλλιτέχνες, δάσκαλοι, κινηματογραφιστές. Μια ολόκληρη γενεαλογία που δεν θα υπήρχε αν ένας νεαρός από το Λονδίνο δεν είχε ακυρώσει τις διακοπές του εκείνο το Δεκέμβριο.
Ο Winton χρίστηκε ιππότης από τη Βασίλισσα Ελισάβετ το 2003. Η Τσεχική Δημοκρατία τον τίμησε με το ανώτατο κρατικό παράσημο. Ένα τρένο — αντίγραφο εκείνων του 1939 — αναχώρησε συμβολικά από την Πράγα για το Λονδίνο το 2009, γεμάτο με τα τώρα ηλικιωμένα «παιδιά» του και τους απογόνους τους. Ο Winton, 100 ετών, τους υποδέχθηκε στον σταθμό Liverpool Street.
Ο Sir Nicholas Winton πέθανε στις 1 Ιουλίου 2015, σε ηλικία 106 ετών. Δεν πρόλαβε να ξέρει πόσα βιβλία, ντοκιμαντέρ και θεατρικά έργα θα γραφτούν γι' αυτόν. Δεν τον ενδιέφεραν οι τίτλοι — δεν τον ενδιέφεραν ούτε τα πενήντα χρόνια αναγνώρισης που χάθηκαν. Στην τελευταία συνέντευξή του, ρωτήθηκε γιατί δεν μίλησε ποτέ. Απάντησε: «Δεν υπήρχε κάτι να πω. Αυτό που έκανα ήταν αυτό που έπρεπε να κάνει οποιοσδήποτε αξιοπρεπής άνθρωπος».
Εξακόσια εξήντα εννέα παιδιά επιβίβασαν σε τρένα που τα πήγαν μακριά από τη γη τους, μακριά από τους γονείς τους, μακριά από τον θάνατο. Πολλοί γονείς δεν επέζησαν. Αλλά τα παιδιά — τα παιδιά έζησαν, αγάπησαν, γέρασαν, και κάθε μέρα που πέρασε μετά εκείνα τα τρένα ήταν μια μέρα που χαρίστηκε χάρη σε έναν νεαρό χρηματιστή που, απλώς, δεν γύρισε το κεφάλι αλλού.
