Τον Μάρτιο του 1993, ένας φωτογράφος από τη Νότια Αφρική αποτύπωσε τη φρίκη του λιμού στο Σουδάν σε μία μόνο εικόνα: ένα σκελετωμένο παιδί, σκυμμένο στο χώμα, και πίσω του ένας γύπας — να περιμένει. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στους New York Times, αναδημοσιεύτηκε σε κάθε μεγάλη εφημερίδα, και κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για φωτοδημοσιογραφία. Αλλά ο Kevin Carter, ο άνθρωπος πίσω από τον φακό, δεν άντεξε αυτό που ακολούθησε. Τρεισήμισι μήνες μετά το βραβείο, ήταν νεκρός.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η ιστορία της εμπιστοσύνης: από ανθρώπους σε συστήματα
1993 Η φωτογραφία · 1994 Βραβείο Πούλιτζερ · 33 Ηλικία θανάτου · 20' Χρόνος λήψης
Ο Kevin Carter γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1960 στο Γιοχάνεσμπουργκ, σε μια λευκή μεσοαστική οικογένεια βρετανικής καταγωγής, καθολική και φιλελεύθερη. Μεγάλωσε στη σκιά του απαρτχάιντ. Σαν παιδί, έβλεπε αστυνομικές εφόδους να συλλαμβάνουν μαύρους που ζούσαν παράνομα στη γειτονιά του. Αργότερα αναρωτιόταν πώς οι γονείς του — καλόκαρδοι, μορφωμένοι — είχαν μείνει τόσο αδρανείς απέναντι στο σύστημα.
Μετά το λύκειο, ξεκίνησε σπουδές φαρμακευτικής αλλά τις εγκατέλειψε. Κλήθηκε στον στρατό — και για να αποφύγει το πεζικό, κατατάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία, όπου υπηρέτησε τέσσερα χρόνια. Το 1980, σε μια στρατιωτική τραπεζαρία, ένας λευκός στρατιώτης προσέβαλε έναν μαύρο σερβιτόρο. Ο Carter τον υπερασπίστηκε — και ξυλοκοπήθηκε άγρια από τους συναδέλφους του. Έφυγε αυτόβουλα (AWOL), δοκίμασε να γίνει ραδιοφωνικός DJ με το ψευδώνυμο «David» — αλλά απέτυχε. Επέστρεψε να ολοκληρώσει τη θητεία του.
Το 1983, μετά τη βομβιστική επίθεση στην Church Street στην Πρετόρια, αποφάσισε ότι ήθελε να γίνει φωτοδημοσιογράφος. Βρήκε δουλειά σε κατάστημα φωτογραφικών ειδών, γνώρισε δημοσιογράφους, πήρε τις πρώτες αναθέσεις. Ήταν ο πρώτος που φωτογράφισε δημόσιο «necklacing» — εκτέλεση με φλεγόμενο λάστιχο γύρω από τον λαιμό — στα μέσα της δεκαετίας του '80. «Αηδίασα με αυτό που έκαναν», είπε αργότερα. «Αλλά μετά ο κόσμος άρχισε να μιλάει για τις φωτογραφίες μου... και κατάλαβα ότι ίσως αυτό που έκανα δεν ήταν τόσο κακό.»
Στα τέλη της δεκαετίας του '80 και αρχές του '90, ο Carter, ο Greg Marinovich, ο João Silva και ο Ken Oosterbroek σχημάτισαν τον «Bang-Bang Club» — τέσσερις φωτογράφοι που κάλυπταν τη βία στα townships. Κάθε μέρα, σφαίρες, δακρυγόνα, πτώματα. Ο Carter ήταν ταλαντούχος αλλά ευαίσθητος. Η βία τον κατέτρωγε — κάθε νύχτα, οι εικόνες επέστρεφαν. Άρχισε κοκαΐνη και mandrax για να κοιμηθεί, για να ξεχάσει, για να αντέξει μια ακόμα μέρα. Ήδη πριν το Σουδάν, ήταν σπασμένος. Οι φίλοι του ανησυχούσαν — αλλά κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει κάποιον που πίστευε ότι η δουλειά του αξίζει τον πόνο.
Τον Μάρτιο του 1993, ο Robert Hadley από τη «Lifeline Sudan» του ΟΗΕ πρόσφερε στον João Silva τη δυνατότητα να ταξιδέψει στο Σουδάν και να καταγράψει τον λιμό. Ο Silva ενημέρωσε τον Carter — ο οποίος το είδε ως ευκαιρία να αναπτύξει τη freelance καριέρα του. Η επιχείρηση Lifeline Sudan αντιμετώπιζε πρόβλημα χρηματοδότησης. Ο ΟΗΕ πίστευε ότι δημοσιεύματα για τον λιμό θα βοηθούσαν τις ανθρωπιστικές οργανώσεις να εξασφαλίσουν κονδύλια.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η ιστορία της φωτογραφίας: όταν ο χρόνος έμαθε να παγώνει
Πέταξαν πρώτα στο Ναϊρόμπι, αλλά νέες μάχες τους ανάγκασαν να περιμένουν. Ο Carter έκανε μια σύντομη πτήση με τον ΟΗΕ στην Τζούμπα για να φωτογραφίσει φορτηγίδα τροφίμων. Λίγο αργότερα, ο ΟΗΕ πήρε άδεια από αντάρτες να μεταφέρει τρόφιμα στο Ayod — και ο Hadley κάλεσε τους δύο φωτογράφους να πετάξουν μαζί. Στο Ayod, ο Carter χάρισε ένα φθηνό ρολόι σε στρατιώτη που δεν μιλούσε αγγλικά — κι εκείνος έγινε ο σωματοφύλακάς τους.
Στο Ayod, χώρισαν για να φωτογραφίσουν θύματα του λιμού ξεχωριστά. Μιλούσαν μεταξύ τους για τις σοκαριστικές σκηνές που αντίκρυζαν — σκελετωμένοι ενήλικες, παιδιά με κοιλιές φουσκωμένες από ασιτία, σώματα που περίμεναν στη σειρά για λίγο αλεύρι. Κοντά στο κέντρο σίτισης, ο Carter απομακρύνθηκε μόνος. Εκεί, στο χώμα, είδε τη σκηνή: ένα μικρό παιδί — σκελετωμένο, γυμνό, σκυμμένο στο έδαφος — που προσπαθούσε να σύρει το σώμα του προς το κέντρο. Και λίγα μέτρα πίσω, ένας γύπας.
Κάθισα κάτω από ένα δέντρο και περίμενα 20 λεπτά, ελπίζοντας ο γύπας να ανοίξει τα φτερά. Δεν τα άνοιξε. Τράβηξα τη φωτογραφία. Μετά έδιωξα τον γύπα.
Ο Carter δεν άγγιξε το παιδί. Οι κανόνες του ΟΗΕ απαγόρευαν τη φυσική επαφή λόγω κινδύνου μόλυνσης — μια ασθένεια θα μπορούσε να σκοτώσει τον φωτογράφο πριν καν επιστρέψει στο Γιοχάνεσμπουργκ. Λίγα λεπτά αργότερα, ανέβηκε με τον Silva σε μικρό αεροπλάνο του ΟΗΕ και αναχώρησαν από το Ayod για το Kongor. Αλλά η απόφαση να φωτογραφίσει αντί να βοηθήσει θα τον καταδίκαζε στα μάτια του κόσμου.
Η εικόνα δημοσιεύτηκε στους New York Times στις 26 Μαρτίου 1993. Μέσα σε ημέρες, αναδημοσιεύτηκε σε κάθε μεγάλη εφημερίδα του κόσμου. Ο αντίκτυπος ήταν σεισμικός — αργότερα, το TIME την κατέταξε στις 100 πιο σημαντικές φωτογραφίες όλων των εποχών.
Εκατοντάδες αναγνώστες τηλεφώνησαν στους Times ρωτώντας: «Τι απέγινε το παιδί;» Η εφημερίδα δημοσίευσε σημείωμα στις 30 Μαρτίου: σύμφωνα με τον Carter, «το παιδί ανάρρωσε αρκετά για να συνεχίσει τη διαδρομή αφού ο γύπας εκδιώχθηκε», αλλά δεν ήταν γνωστό αν έφτασε στο κέντρο σίτισης.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Ο άνθρωπος που έζησε σε αεροδρόμιο για 18 χρόνια
Η αλήθεια αποκαλύφθηκε μόλις το 2011: ο πατέρας του παιδιού αποκάλυψε ότι ήταν αγόρι — ονόματι Kong Nyong — και είχε φτάσει στο κέντρο σίτισης του ΟΗΕ. Σύμφωνα με την οικογένεια, ο Nyong πέθανε από πυρετούς το 2007. Όχι εκείνη τη μέρα.
Τον Μάρτιο του 1994, ο Carter φωτογράφισε τρία μέλη του Afrikaner Weerstandsbeweging να πυροβολούνται κατά τη διάρκεια εισβολής στο Bophuthatswana — λίγο πριν τις νοτιοαφρικανικές εκλογές. Ο Eamonn McCabe του Guardian είπε: «Ήταν μια φωτογραφία που μπήκε σχεδόν σε κάθε πρωτοσέλιδο του κόσμου.» Ο Carter τελείωσε το φιλμ στη μέση του περιστατικού.
Τον Απρίλιο του 1994, κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ. Αντί χαράς, ένιωσε φρίκη. Η δημόσια αντίδραση ήταν βίαιη: «Γιατί δεν βοήθησε; Γιατί κάθισε και φωτογράφισε;» Η St. Petersburg Times έγραψε: «Ο άνθρωπος που ρυθμίζει τον φακό του για να πάρει μια σωστή λήψη της δυστυχίας — δεν είναι και αυτός ένα αρπακτικό;»
Το ερώτημα ήταν βαρύτατο: είναι ο φωτογράφος ένας δεύτερος γύπας; Ο Carter δεν βρήκε ποτέ μια απάντηση που να τον ικανοποιεί.
Στις 18 Απριλίου 1994 — λίγες μέρες μετά το Πούλιτζερ — ο Ken Oosterbroek, ο πιο κοντινός φίλος του Carter στον «Bang-Bang Club», σκοτώθηκε από σφαίρα σε township. Ο Greg Marinovich τραυματίστηκε βαριά στο ίδιο περιστατικό. Ο Carter δεν το αντέξε.
Η κατάθλιψη βάθαινε. Τα ναρκωτικά δεν βοηθούσαν πια. Η σχέση του με την κόρη του είχε καταστραφεί. Δεν είχε χρήματα — ούτε για νοίκι, ούτε για διατροφή, ούτε για χρέη. Τα βραβεία δεν πληρώνουν λογαριασμούς.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η απόδραση του El Chapo μέσα από τούνελ 1,5 χλμ
Στις 27 Ιουλίου 1994 — τρεισήμισι μήνες μετά το βραβείο — ο Kevin Carter οδήγησε τον κόκκινο pick-up του σε ένα ρέμα στο Parkmore του Γιοχάνεσμπουργκ. Σύνδεσε ένα σωλήνα στην εξάτμιση, τον οδήγησε μέσα στο αυτοκίνητο, και πέθανε. Ήταν 33 ετών.
Λυπάμαι πραγματικά, πραγματικά πολύ. Ο πόνος της ζωής υπερβαίνει τη χαρά σε σημείο που η χαρά δεν υπάρχει. ...κατάθλιψη ...χωρίς τηλέφωνο ...χρήματα για νοίκι ...χρήματα για διατροφή ...χρήματα για χρέη ...χρήματα!!! ...Με στοιχειώνουν οι ζωντανές αναμνήσεις δολοφονιών, πτωμάτων, οργής, πόνου ...πεινασμένων ή τραυματισμένων παιδιών, ψυχαναγκαστικών δολοφόνων σε σημεία ελέγχου... Πήγα να βρω τον Ken, αν είμαι τόσο τυχερός.
Η ιστορία του Carter θέτει ένα ερώτημα χωρίς εύκολη απάντηση: ποιο είναι το καθήκον ενός φωτογράφου πολέμου; Να φωτογραφίσει ή να βοηθήσει; Ο αρχιεπίσκοπος Desmond Tutu, Νομπελίστας ειρήνης, έγραψε: «Γνωρίζουμε κάτι για το κόστος του τραύματος που ώθησε κάποιους στην αυτοκτονία — ναι, αυτοί οι άνθρωποι ήταν ανθρώπινα πλάσματα που λειτουργούσαν υπό τις πιο επαχθείς συνθήκες.»
Αν ο Carter δεν τραβούσε εκείνη τη φωτογραφία, ο κόσμος ίσως δεν θα είχε δει ποτέ τη φρίκη του λιμού στο Σουδάν. Η εικόνα αυτή ώθησε κυβερνήσεις να στείλουν βοήθεια, ανέδειξε τον λιμό ως διεθνές πρόβλημα, πίεσε τις δωρέες. Έσωσε ζωές — αλλά κατέστρεψε τη δική του.
Η κληρονομιά του Carter ζει σε αναπάντεχα μέρη. Το 1996, οι Manic Street Preachers αφιέρωσαν τραγούδι στη μνήμη του: «Kevin Carter». Το 2001, οι Savatage κυκλοφόρησαν ολόκληρο άλμπουμ εμπνευσμένο από τη ζωή του. Το 2010, ο Taylor Kitsch τον ενσάρκωσε στην ταινία «The Bang Bang Club». Και σε κάθε σχολή δημοσιογραφίας του κόσμου, η φωτογραφία του χρησιμοποιείται ακόμα ως αφετηρία για τη συζήτηση περί ηθικής στη φωτοδημοσιογραφία.
Ο Kevin Carter δεν πέθανε από τον λιμό του Σουδάν. Δεν πέθανε από σφαίρα σε township. Πέθανε από κάτι αόρατο που δεν φαίνεται σε φωτογραφία: τις αναμνήσεις. Τον πόνο που μαζεύτηκε αθόρυβα, κλικ μετά κλικ, εικόνα μετά εικόνα, πτώμα μετά πτώμα.
Η φωτογραφία του γύπα ζει ακόμα — σε βιβλία, μουσεία, αίθουσες φωτογραφίας σε όλο τον κόσμο. Είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες του 20ού αιώνα. Υπενθυμίζει ότι η δημοσιογραφία σώζει ζωές — αλλά μερικές φορές, ο τιμοκατάλογος πληρώνεται από αυτούς που κρατάνε τον φακό. Ο Kevin Carter δεν ήταν γύπας. Ήταν άνθρωπος — κι αυτό ακριβώς ήταν που τον σκότωσε.
